Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013


Η Παιδεία δεν είναι απλό εμπόρευμα
Γιώργου Κατρούγκαλου

Μέσα στο καλοκαίρι ο Υπουργός Παιδείας εξέδωσε εγκύκλιο με την οποία, υπό το πρόσχημα της ερμηνείας της διαβόητης ΠΥΣ 6/2012, επεδίωξε να καταργήσει όλες τις νομοθετικές εγγυήσεις που ρυθμίζουν την εποπτεία του κράτους επί των ιδιωτικών σχολείων και τις σχέσεις εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Η απόπειρα αυτή συνιστούσε θεσμικό πραξικόπημα και ευθεία παράβαση της διάκρισης των εξουσιών, εφόσον ο Υπουργός σφετερίσθηκε πρωτογενή νομοπαραγωγική αρμοδιότητα, που ανήκει αποκλειστικά στη Βουλή.
Εάν η εγκύκλιος αυτή εφαρμοζόταν, οποιοσδήποτε εκπαιδευτικός θα μπορούσε να απολύεται χωρίς αιτία, οποτεδήποτε, ακόμη και στο μέσο της σχολικής χρονιάς, χωρίς κανένα έλεγχο νομιμότητας από τα αρμόδια υπηρεσιακά συμβούλια του Υπουργείου. Ευτυχώς, όμως, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την απόφαση 380/2013 της Επιτροπής Αναστολών, ανέστειλε την εφαρμογή της εγκυκλίου, μέχρι την εκδίκαση επί της ουσίας της υπόθεσης, τον προσεχή Νοέμβριο.
Η απόφαση αυτή κάθε άλλο παρά μεμονωμένη δεν είναι. Το τελευταίο διάστημα μια σειρά δικαστηρίων, στο πλαίσιο ασφαλιστικών μέτρων, έχουν ευθέως θέσει σε αμφισβήτηση τα παλαιότερα και τελευταία μέτρα αντιμεταρρύθμισης της διοίκησης. Οι περισσότερες από τις αποφάσεις αυτές αφορούν τις πρώτες εκδοχές «απόλυσης με φερετζέ», όπως ήταν η προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα και η εφεδρεία του ν. 4093/2012. Ήδη έχουμε και ένα νέο κύμα προσωρινών διαταγών που διατάζουν την μη εφαρμογή της διαθεσιμότητας του πρόσφατου νόμου 4172/2013 στα νέα θύματα του μνημονιακού κυνηγιού κεφαλών, όπως οι σχολικοί φύλακες.
Παρ’όλα αυτά, η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει ιδιαίτερη σημασία. Και τούτο όχι μόνο διότι προέρχεται από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο έχει δείξει μέχρι στιγμής υπερβολική αυτοσυγκράτηση ως προς τον έλεγχο συνταγματικότητας του μνημονιακού παρασυντάγματος.   Η σημασία της έγκειται κυρίως στην  επιβεβαίωση ότι η Παιδεία αποτελεί προστατευόμενο από το Σύνταγμα κοινωνικό αγαθό και όχι απλό εμπόρευμα. Η αποδοχή αυτή αποτελούσε μέχρι την πρόσφατη πρωτοβουλία του Υπουργείου κοινό τόπο όλων των πολιτικών δυνάμεων της χώρας, της Νέας Δημοκρατίας συμπεριλαμβανομένης. Το Σύνταγμα του 1975, που ψηφίστηκε μόνον από την τελευταία, επιτρέπει μεν την ίδρυση ιδιωτικών σχολείων,  παραπέμπει όμως τη ρύθμιση της λειτουργίας τους και της υπηρεσιακής κατάστασης των ιδιωτικών εκπαιδευτικών στο νόμο. Ο ίδιος ο νόμος, που επιχείρησε η εγκύκλιος να καταργήσει, ψηφίστηκε το 1977, επί υπουργίας Παιδείας του μετέπειτα πρωθυπουργού και αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας.
Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας επιβεβαιώνει την πάγια νομολογία κατά την οποία η απόλυση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών πρέπει να είναι αιτιολογημένη και η νομιμότητας της να κρίνεται από τα Υπηρεσιακά Συμβούλια του Υπουργείου Παιδείας.  Για το λόγο αυτό και δεν περιορίσθηκε να σταθμίσει απλώς τη βλάβη των εκπαιδευτικών που θα απολύονταν αυθαίρετα και χωρίς τις προβλεπόμενες εγγυήσεις, πράγμα που θα ήταν αρκετό για να διατάξει την αναστολή. Θεώρησε επιπλέον σκόπιμο να επαναλάβει την ορθή συνταγματικά θέση, κατά την οποία οι εγγυήσεις αυτές «αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος της εκπαίδευσης και για το λόγο ότι εξασφαλίζουν στους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς λειτουργούς σταθερές, κατά το δυνατόν, συνθήκες εργασίας, ώστε να μπορούν απερίσπαστοι να εκτελούν τα καθήκοντά τους για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση του σκοπού της παιδείας, ο οποίος έχει αναχθεί σε συνταγματικό λόγο δημοσίου συμφέροντος
Οι ειδικές ρυθμίσεις για τις σχέσεις εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών αποτελούν, συνεπώς, συνταγματικά επιβαλλόμενη αρμοδιότητα και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να τεθούν εκποδών ούτε καν από τον κοινό νομοθέτη, πολύ περισσότερο από μια απλή εγκύκλιο.  Το Υπουργείο Παιδείας είναι υποχρεωμένο πλέον να απέχει από κάθε ενέργεια υπονόμευσης των υφιστάμενων νομοθετικών εγγυήσεων. Καμιά απόλυση δεν θα γίνει χωρίς απόφαση των αρμόδιων υπηρεσιακών συμβουλίων, απλώς και μόνο επειδή το θέλει η αυθαιρεσία των σχολαρχών.
Στην υπόθεση αυτή η δικαιοσύνη μίλησε. Για να μην έχουμε όμως και στο μέλλον παρόμοια θεσμικά πραξικοπήματα πρέπει να μιλήσει και η κοινωνία. Συλλογικά, καθαρά και βροντερά.


Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία 25/8/2013

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Γιώργου Κατρούγκαλου, Δημόσια και ιδιωτικά θύματα των μνημονιακών πολιτικών

Ο νόμος που ψηφίσθηκε πρόσφατα από τη βουλή ολοκλήρωσε μία ακόμη στροφή στη σπείρα αργού θανάτου στην οποία έχει καταδικάσει τη χώρα η πολιτική των μνημονίων. Με αυτόν η Κυβέρνηση κατέβηκε ένα ακόμη σκαλοπάτι προς τον πλήρη, πλέον, ευτελισμό του Συντάγματος. Ποτέ άλλοτε η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής δεν είχε διαπιστώσει τόσες πολλές αντισυνταγματικότητες σε ένα νομοσχέδιο. Από την παραβίαση της αρχής της ισότητας στα δημόσια βάρη, με την κατάργηση του αφορολόγητου και την επιβολή φόρου στους ανέργους και όσους βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας, έως την ουσιαστική κατάργηση του αυτοδιοίκητου των Δήμων, με τις διατάξεις του Παρατηρητηρίου και την διάλυση της Δημοτικής Αστυνομίας. Τόσο προφανείς και πρόδηλες ήταν οι παραβιάσεις αυτές του Συντάγματος, ώστε μέχρι και ο Εισηγητής της πλειοψηφίας να παραδεχθεί την «οριακή συνταγματικότητα» τους. Και όμως, ακόμη και οι βουλευτές της συμπολίτευσης που ανέδειξαν στις τοποθετήσεις τους τις αντισυνταγματικότητες αυτές, στο τέλος υπερψήφισαν το νομοσχέδιο! Ωστόσο ξέρουμε, από την εποχή του Σαιν Ζυστ, ότι ένα Σύνταγμα που δεν εφαρμόζεται, είναι τίποτα. Και χωρίς Σύνταγμα δεν υπάρχει Δημοκρατία.
Οι διατάξεις του νομοσχεδίου  ήταν αποκαλυπτικές και ως προς όσους είχαν ακόμη αμφιβολίες για το το ποιους εννοούσε ο Πρωθυπουργός όταν μίλαγε για την έφοδο κατά των «κάστρων των βολεμένων». Για τους σχολικούς φύλακες επρόκειτο, και έπονται οι καθαρίστριες των σχολείων… Για μία ακόμη φορά οι νομοθετικές επεμβάσεις στο Δημόσιο κινήθηκαν μεταξύ της αντιμεταρρύθμισης και της κοροϊδίας. Αντιμεταρρύθμιση διότι όχι μόνον δεν υπήρξε η παραμικρή προσπάθεια για εξορθολογισμό των δομών του, αλλά, αντιθέτως, καταργήθηκαν ολόκληρες υπηρεσίες με προφανή κοινωνική χρησιμότητα. Και κοροϊδία, γιατί όχι μόνον δημοσιονομικό όφελος δεν προκύπτει από αυτές, αλλά σημαντική οικονομική επιβάρυνση. Δίπλα στα 120 εκατομμύρια Ευρώ που θα στοιχίσει στο Δημόσιο το μαύρο στην ΕΡΤ, από τις αποζημιώσεις των υπαλλήλων του, θα πρέπει να προστεθεί και το απροσδιόριστο κόστος από τις απώλειες των εσόδων που προέκυπτε από τις βεβαιώσεις των κάθε είδους παραβιάσεων από την Δημοτική Αστυνομία, το πιο ανταποδοτικό τμήμα των δημοτικών υπηρεσιών.
Και όμως, φαίνεται ότι ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας δεν βλέπει στην επίθεση αυτή ακόμη μια υποβάθμιση της δικής της ζωής και της καθημερινότητας της. Ακόμη και αν αγνοήσει κανείς τις σχετικές δημοσκοπήσεις, μια ματιά στα σχόλια των ιστολογίων φτάνει για να διαπιστώσει την έκταση του κοινωνικού αυτοματισμού, σε διάφορες εκδοχές. Από τον επιστημονικοφανή αστικό μύθο περί του υπέρογκου μεγέθους του ελληνικού δημοσίου που πνίγει τον ιδιωτικό τομέα, ως την απλή ευχή να ψοφήσει και η κατσίκα του δημόσιου υπάλληλου, αφού αυτή του ανέργου έχει παραδώσει το πνεύμα προ πολλού.
Αυτή είναι η σημαντικότερη ιδεολογική επιτυχία των μνημονιακών πολιτικών. Ενόψει  της αδυναμίας τους να εξασφαλίσουν ουσιαστική νομιμοποίηση, οι εφαρμοστές τους επιδιώκουν να πετύχουν τουλάχιστον μια ντε φάκτο ανοχή, ξεσκίζοντας την κοινωνία και στρέφοντας το ένα τμήμα της απέναντι στο άλλο. Εντούτοις, η νεοφιλελεύθερη συνταγή των μνημονίων έχει ενιαία λογική και στόχευση: η μεταβίβαση πόρων από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, μέσω των ιδιωτικοποιήσεων και της συρρίκνωσης των δημόσιων, πάνω από όλα των κοινωνικών υπηρεσιών, συμπληρώνεται από την πλήρη απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, τη διάλυση των κοινωνικών δικαιωμάτων και την ουσιαστική κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα.
Ο άνεργος που χαίρεται όταν απολύεται ένας δημόσιος υπάλληλος, μοιάζει με τη γάτα του Αισώπου που έγλειφε τη λίμα και ευχαριστιόταν πίνοντας το αίμα της, χωρίς να καταλαβαίνει ότι σε λίγο δεν θα είχε γλώσσα. Έτσι και αυτός δεν καταλαβαίνει ότι όσο το δημόσιο αποψιλώνεται, δεν θα βρίσκει αύριο παιδικό σταθμό για το παιδί του, το σχολείο στο οποίο θα πάει θα είναι λιγότερο καλό ή, όταν χρειαστεί να μπει στο νοσοκομείο είτε θα το βρει κλειστό είτε θα χρειαστεί να το χρυσοπληρώσει.
Προφανώς, το αντικειμενικό υπόβαθρο αυτής της ιδεολογικής παγίδας αποτελεί η κακή κατάσταση του ελληνικού δημοσίου, αποτέλεσμα των πελατειακών λογικών και της κακοδιαχείρισης των ίδιων των κομμάτων του δικομματισμού, που επαγγέλλονται σήμερα, τάχα, την κάθαρσή του. Κανείς δεν πιστεύει στα σοβαρά ότι ΠΑΣΟΚ και ΝΔ μπορούν να μεταρρυθμίσουν το δημόσιο. Έτσι, όμως, αναδεικνύεται η ανάγκη η Αριστερά να καταρτίσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα δημοκρατικής και ριζοσπαστικής μεταρρύθμισης. Η αξιολόγηση, όχι ως φερετζές για απολύσεις, αλλά ως μέσο αξιοκρατίας και ελέγχου από την κοινωνία των δημόσιων υπηρεσιών ,είναι ένα από τα βασικά εργαλεία για κάτι τέτοιο, που ακόμη δεν έχουμε και πρέπει να κατασκευάσουμε.

Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία 23/7/2013


Γιώργου Κατρούγκαλου, Με εγκύκλιο καταργούν το νόμο για την ιδιωτική εκπαίδευση


Μέχρι στιγμής γνωρίζαμε ότι ο συνήθης τρόπος νομοθέτησης για την κυβέρνηση είναι οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου. Ο Υπουργός Παιδείας κ. Αρβανιτόπουλος έκανε ένα ακόμη βήμα «μπροστά»:  Την Παρασκευή ανακοίνωσε με εγκύκλιο του την κατάργηση των διατάξεων του νόμου 682/1977, που ρυθμίζει τον έλεγχο του κράτους επί των ιδιωτικών σχολείων και τις εργασιακές σχέσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Η εγκύκλιος υποτίθεται ότι εφαρμόζει και ερμηνεύει την διαβόητη  ΠΥΣ 6/2012 και ορίζει ότι οι απολύσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών απελευθερώνονται πλήρως. Στο εξής, εάν η εγκύκλιος αυτή εφαρμοστεί, οποιοσδήποτε εκπαιδευτικός θα μπορεί να απολύεται χωρίς αιτία, οποτεδήποτε, ακόμη και στο μέσο της σχολικής χρονιάς, χωρίς γνώμη και έλεγχο, όπως γινόταν μέχρι σήμερα, από τα αρμόδια υπηρεσιακά συμβούλια του Υπουργείου Παιδείας.
Κάτι τέτοιο είναι απολύτως αντισυνταγματικό. Το Σύνταγμα μας, στο άρθρο 16 παρ. 8, επιτρέπει την ίδρυση ιδιωτικών σχολείων,  παραπέμπει όμως τη ρύθμιση τους στο νόμο. Ο νόμος αυτός είναι ο 682/1977. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της Βουλής κατά τη συζήτηση επί του νομοσχεδίου, ο τότε Υπουργός Παιδείας και μετέπειτα πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης ρητά τόνισε ότι πρόθεση της κυβερνήσεως του ήταν με τον εν λόγω νόμο να γίνει «περισσότερο έντονη» η κρατική εποπτεία, ο δε εισηγητής της μειοψηφίας, καθηγητής Δ. Τσάτσος έθεσε, με επιστημονική εγκυρότητα τη συνταγματική υποχρέωση της πολιτείας να επιβάλλει πλαίσιο δεσμεύσεων στο διευθυντικό δικαίωμα του ιδιοκτήτη των ιδιωτικών σχολείων.
Οι ειδικές ρυθμίσεις για τις σχέσεις εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών και το καθεστώς εποπτείας των Υπηρεσιακών Συμβουλίων αποτελούν, συνεπώς, συνταγματικά επιβαλλόμενη αρμοδιότητα, δυνάμει του άρθρου 16 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να τεθούν εκποδών από τον κοινό νομοθέτη, πολύ περισσότερο από μια απλή εγκύκλιο. Και ο πρωτοετής της νομικής ξέρει ότι με εγκύκλιο ερμηνεύονται κανόνες δικαίου, δεν τίθενται νέοι.
Το ότι τα ιδιωτικά σχολεία δεν αποτελούν απλώς επιχειρήσεις για τον πλουτισμό των σχολαρχών το καταλαβαίνει ο καθένας. Για το λόγο αυτό δεν μπορούν να διευθύνονται όπως οι υπόλοιπες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ιδίως οι εργαζόμενοι σε αυτά ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να «ανακυκλώνονται», απολυόμενοι κατά τη βούληση του ιδιοκτήτη, όχι για το δικό τους το συμφέρον, αλλά γιατί κάτι τέτοιο θα ανέτρεπε την αναγκαία συνέχεια του εκπαιδευτικού έργου.
Το αυτονόητο αυτό το δέχονται παγίως και τα δικαστήρια: Για παράδειγμα, η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών 1871/2006 νομολόγησε τα εξής: «η ευχέρεια ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων (…) δεν παρέχει το δικαίωμα στους ιδιοκτήτες τους για αναιτιολόγητη και χωρίς περιορισμούς καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των λειτουργών που υπηρετούν στα εκπαιδευτήρια αυτά, εφόσον, η παροχή στους εκπαιδευτικούς σταθερού καθεστώτος απασχόλησης συνάπτεται άμεσα με την ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου που παρέχουν, προς ωφέλεια τόσο της μαθητικής κοινότητας, όσο και του κοινωνικού συνόλου, γενικότερα.» Ανάλογα έχει κρίνει και ο Άρειος Πάγος (πρβλ. ΑΠ 864/76), κατά τον οποίο για την πραγμάτωση των συνταγματικά κατοχυρωμένων σκοπών της παιδείας απαιτείται η εξασφάλιση της μη συχνής εναλλαγής του διδακτικού προσωπικού και η αποφυγή αναιτιολογήτων απολύσεων.
Στο πλαίσιο των συνταγματικών αυτών επιταγών, κατά την πάγια νομολογία των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων, το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο του Υπουργείου Παιδείας ασκεί έλεγχο νομιμότητας επί των απολύσεων των ιδιωτικών εκπαιδευτικών και  έχει αρμοδιότητα να αρνηθεί την έγκριση της απόλυσης αν διαπιστώσει αιτιολογημένα ότι η καταγγελία έγινε παράνομα ή καταχρηστικά. (Βλ., αντί πολλών άλλων, ΣτΕ 245/98). Άλλωστε, όπως έχει κρίνει και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ 1357/99) για να μην θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του ως άνω δικαιώματος του ιδιοκτήτη, η απόλυση θα πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε λόγους σχετικούς με την ικανότητα και την κατάρτιση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού, την ποιότητα του διδακτικού του έργου, την όλη συμπεριφορά του καθώς και την ορθολογική οργάνωση και λειτουργία του σχολείου.

Όσο και να θέλουν τα αντίθετα οι σχολάρχες (μεταξύ τους και ο αδελφός του Πρωθυπουργού, για λογαριασμό του Αμερικανικού Κολλεγίου) και η Τρόικα, στην Ελλάδα υπάρχουν ακόμη νόμοι και Σύνταγμα. Η προσπάθεια αυτή διάλυσης της ιδιωτικής εκπαίδευσης και η παράδοση της ως μικρομάγαζου στους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών σχολείων θα μείνει στο κενό. Αποτελεί, όμως, ακόμη μια απόδειξη πόσο επικίνδυνη είναι η παρούσα κυβέρνηση και πόσο αναγκαίο είναι να ανατραπεί.

Δημοσιεύτηκε στο Παρόν 14/7/2013

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Γιώργου Κατρούγκαλου, Η μεταρρύθμιση ως απάτη


Σαν να μην έφτανε η επιχείρηση ΕΡΤ, η Κυβέρνηση, δια του στόματος του πρωθυπουργού, ξεκαθάρισε ακόμη μία φορά τι σημαίνει για αυτήν μεταρρύθμιση: «Σπάσιμο αυγών» και ρεσάλτο «στα κάστρα των βολεμένων». Οι «βολεμένοι» αυτή τη φορά είναι οι σχολικοί φύλακες και οι υπάλληλοι της δημοτικής αστυνομίας, που άμεσα θα ενταχθούν στην ψευδώνυμη κινητικότητα. Μπαίνουν και αυτοί στη σειρά των θυμάτων που έχουν ήδη χάσει τη δουλειά τους στο δημόσιο, πίσω από τα «μπλοκάκια», τους αναπληρωτές και τους ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς. Αντίθετα με ένα διαδεδομένο μύθο, κατά τον οποίο κανείς δεν έχει απολυθεί από το δημόσιο, η μέχρι σήμερα μείωση κατά 140.000 των θέσεων εργασίας σε αυτό δεν προέκυψε μόνον από τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, αλλά και από το σφαγιασμό όσων υπηρετούσαν με συμβάσεις έργου ή ορισμένου χρόνου, με άλλα λόγια των πιο κακοπληρωμένων και των πιο ευάλωτων.
Οδήγησε η σφαγή αυτή των κάθε άλλο παρά βολεμένων στο μάζεμα και στον εξορθολογισμό του κράτους; Φυσικά και όχι. Τι είδαμε μέχρι σήμερα; Οριζόντιες περικοπές με εντελώς αυθαίρετο και αναξιοκρατικό τρόπο σε όλες τις υπηρεσίες, ανεξαρτήτως εάν αυτές παρουσιάζουν λειτουργικά και οργανικά κενά ή πλεονάζον προσωπικό. (Για το λόγο αυτό, όπως ήδη διέρρευσε, η πρώτη εφεδρεία που κρίθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας αντισυνταγματική.) Η κινητικότητα υποτίθεται ότι θα ήταν διαφορετική. Θα γινόταν, τάχα, μετά από αξιολόγηση των δομών, των υπηρεσιών και των υπαλλήλων, ούτως ώστε μόνο οι υπεράριθμοι να μετακινηθούν και χωρίς να απολυθεί κανείς, κατά τη δέσμευση του πρώην αρμόδιου υπουργού Α. Μανιτάκη.
Και τι μάθαμε το Σαββατοκύριακο,   μετά το τέλος των κατ’όνομα διαπραγματεύσεων με την τρόικα; Ότι μόνον 50-60 υπεράριθμοι υπάλληλοι του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης από τους 25.000 που θα τεθούν σε διαθεσιμότητα έχουν πράγματι αξιολογηθεί, σύμφωνα με τα παραπάνω. (Και για αυτούς διατηρώ τις αμφιβολίες μου…) Οι υπόλοιποι αποτελούν το σύνολο των υπηρετούντων σε υπηρεσίες που κανείς μέχρι τώρα δεν αμφισβητούσε τη χρησιμότητα τους, όπως οι δημοτικοί αστυνομικοί ή οι σχολικοί φύλακες.
Απίθανα πράγματα γράφτηκαν ή ειπώθηκαν από τα γνωστά χαλκεία, όπως για παράδειγμα ότι έτσι θα ελαφρύνει ο προϋπολογισμός των δήμων. Λες και μεγάλο μέρος των εσόδων των ΟΤΑ δεν προέρχονται από τις βεβαιώσεις παραβάσεων που έλεγχαν οι υπάλληλοι που θα απολυθούν! (Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει ότι ακόμη και οι κλήσεις για τις τροχαίες παραβάσεις δεν μπορούν να βεβαιώνονται παρά αποκλειστικά από μέλη της Δημοτικής Αστυνομίας και όχι από ιδιωτικές εταιρίες, βάσει συμβάσεων).  Όχι απλώς δεν θα προκύψει δημοσιονομικό όφελος, λοιπόν, αλλά μεγάλη επιβάρυνση για τους Δήμους και τον κρατικό προϋπολογισμό που θα κληθεί να καλύψει τα κενά που θα δημιουργηθούν.
Οι τελευταίοι χειρισμοί αποκάλυψαν πλήρως την απάτη των κυβερνώντων. Αν η κινητικότητα είχε στόχο να μετακινηθεί πλεονάζον προσωπικό σε υποστελεχωμένες υπηρεσίες γιατί να τιμωρείται το προσωπικό αυτό με τη θέση του σε διαθεσιμότητα και την περικοπή κατά τα τρία τέταρτα των αποδοχών του; Γιατί να εξαιρεθούν από  αυτήν οι 5.000 καθηγητές που μετατάσσονται στην πρωτοβάθμια από την δευτεροβάθμια εκπαίδευση; Η απάντηση είναι απλή: η κινητικότητα, η διαθεσιμότητα και όλες οι σχετικοί νεολογισμοί του κυβερνητικού doublespeech δεν αποτελούν παρά ψευδώνυμα της απόλυσης. Ήδη μάθαμε ότι η κυβέρνηση συμφώνησε με τους δανειστές ότι 11.000 από τους 25.000 θα χάσουν τη δουλειά τους.
Από πού προέκυψε αυτός ο αριθμός, εφόσον οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί, ούτε γνωρίζουμε πού θα αξιοποιηθούν οι υπόλοιποι 14.000, ούτε το ποια κενά υπάρχουν στο δημόσιο; Μα, γιατί έτσι ζήτησε η Τρόικα. Ας λέει, λοιπόν, ο κ. Μητσοτάκης ότι θα ήταν, δήθεν, υπουργός της αξιολόγησης και όχι των απολύσεων.  Λίγες ώρες κράτησε η αυταρέσκεια του.  Φιάσκα τέτοιου είδους είναι αναπόφευκτα: Η πελατειακή λογική που έχουν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ στο DNA τους, σε συνδυασμό με την αβυσσαλέα διαχειριστική ανικανότητα των στελεχών τους, δεν τους επιτρέπει, όσο και να θέλουν, να ανταποκριθούν πλήρως στις νέο-φιλελεύθερες εμμονές της τρόικας. (Το Σύνταγμα το έχουν προ πολλού ξεχάσει). Με «λύσεις» άρπα κόλλα της τελευταίας στιγμής και «πολιτικές συμφωνίες» θα  εξευτελίζουν τον εαυτό τους και τη χώρα. Έτσι πορεύτηκαν και έτσι θα συνεχίζουν να πορεύονται, όσο τους αφήνουμε εμείς να καταστρέφουν τον τόπο.

Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία την 2/7/2013

Γιώργου Κατρούγκαλου Για την υπόθεση Σακκά

Το Σύνταγμα μας ορίζει ρητά ότι το ανώτατο όριο διάρκειας της προφυλάκισης δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος, ενώ μόνον σε «εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις» το όριο αυτό μπορεί να παραταθεί, προκειμένου για κακουργήματα, για έξι ακόμη μήνες. Μάλιστα, ενόψει της συνειδητής καταστρατήγησης της συνταγματικής επιταγής μέσω της «σαλαμοποίησης» μίας και μόνο υπόθεσης σε πολλές επιμέρους πράξεις, ούτως ώστε να επιβάλλονται αυτοτελείς προφυλακίσεις για κάθε μία από αυτές και να πολλαπλασιάζεται το δεκαοκτάμηνο, ρητά προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001 η εξής πρόβλεψη στην παράγραφο 4 του άρθρου 6 του Συντάγματος:
«Απαγορεύεται η υπέρβαση των ανώτατων ορίων της προφυλάκισης με τη διαδοχική επιβολή του μέτρου αυτού για επί μέρους πράξεις της ίδιας υπόθεσης.»
Στην περίπτωση του Κωνσταντίνου Σακκά, δύο μήνες πριν από τη συμπλήρωση του 18μηνου, ασκήθηκε νέα ποινική δίωξη για συναφή υπόθεση, με προφανή σκοπό την περιγραφή της παραπάνω διάταξης. Ο ανώτατος χρόνος της δεύτερης προφυλάκισής του (12 μήνες) έχει ήδη συμπληρωθεί, ενώ η πρώτη του δίκη δεν έχει ολοκληρωθεί και η δεύτερη δεν έχει καν αρχίσει.
Ένας άνθρωπος, λοιπόν, παραμένει 2,5 χρόνια φυλακισμένος χωρίς να έχει καταδικαστεί, κατά παράβαση του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κανένα δίκαιο της ανάγκης δεν μπορεί να θεραπεύσει την βαρύτατη αυτή προσβολή στο κράτος δικαίου.


Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία την 6/7/2013

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Γιώργου Κατρούγκαλου, Η τελευταία παράσταση των Σιαμαίων


ΝΔ και ΠΑΣΟΚ θα κυβερνήσουν μαζί για μια ακόμη φορά. Την τελευταία. Αποτελεί πράξη ποιητικής δικαιοσύνης ότι τα δύο κόμματα του πάλαι ποτέ δικομματισμού καταδικάσθηκαν να συνυπάρξουν σε μια παρωδία «μεγάλου συνασπισμού», στο πλαίσιο των τελικών σπασμών του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης.  Στην πραγματικότητα όμως μαζί κυβερνούσαν και τις τέσσερις προηγούμενες δεκαετίες. Παρά τις μεταξύ τους θεατρικές συγκρούσεις, τάχα φωτός-σκότους, συμπλήρωναν το ένα το άλλο σε μία συμβιωτική σχέση, βασισμένη στην εναλλαγή τους στην εξουσία. Μαζί δημιούργησαν το πλέγμα πελατειακών σχέσεων που ακόμη δυναστεύει τη χώρα. Και η πατρωνεία δεν περιορίζεται μόνον στην δημόσια διοίκηση, ούτε στους διορισμούς των εκλεκτών ή των δυστυχισμένων που αναζητούσαν και εύρισκαν «προστασία». Η βασικότερη εκδήλωση των πελατειακών σχέσεων εκδηλώνεται στην κορυφή, όπου πολιτικές και οικονομικές ελίτ συμφύρονται σε ένα τρίγωνο νόμιμης διαφθοράς που ενώνει κόμματα, μεγαλοεργολάβους και ΜΜΕ στο μέρισμα του δημόσιου χρήματος.
Ποιος έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι ο αυταρχικός τυχοδιωκτισμός της επίθεσης στην δημόσια τηλεόραση δεν ήταν παρά ένας αντιπερισπασμός που επιχείρησε σπασμωδικά να καλύψει το ράγισμα του success story από το φιάσκο της ΔΕΣΠΑ και την παταγώδη αποτυχία στον τομέα της δημόσιας διοίκησης; Όχι μόνον δεν έπραξαν τα κόμματα της συγκυβέρνησης οτιδήποτε για τον ουσιαστικό εξορθολογισμό και εκδημοκρατισμό της τελευταίας (πώς θα μπορούσαν, άλλωστε, να αναιρέσουν τον πελατειακό εαυτό τους;) αλλά απέτυχαν και να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους έναντι των δανειστών. Επειδή στο κυνήγι κεφαλών που είχαν αποδεχθεί δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσουν 2.000 κρανία καρατομημένων δημοσίων υπαλλήλων, επέλεξαν την κατάργηση της δημόσιας τηλεόρασης.
Η κυβερνητική πολιτική δεν απέτυχε όμως μόνον εκεί, καταρρέει με θόρυβο σε όλα τα μέτωπα και ιδίως στην οικονομία. Το υποτιθέμενο πρωτογενές πλεόνασμα έπεσε μέσα στην μαύρη τρύπα των τριών δισεκατομμυρίων του ελλείμματος του ΕΟΠΥ και των ασφαλιστικών ταμείων. Η ανεργία αυξήθηκε και τον τελευταίο μήνα, παρά τους αντίθετους πανηγυρισμούς του Υπουργού Εργασίας, η οικοδομή μειώθηκε κατά 55% ακόμη και σε σχέση με το καταστροφικό περσινό έτος, τα σπρέντς ξεπέρασαν τις 800 μονάδες, μέχρι και οι εξαγωγές που ήταν μέχρι πρότινος με θετικό δείκτη πήραν αρνητικό πρόσημο.  
Η τεχνητή αισιοδοξία που προσπαθούν να συντηρήσουν διάφορα διεθνή χαλκεία και η Α. Μέρκελ μέχρι τις γερμανικές εκλογές δεν έχει πια φύλλο συκής. Το μείγμα των πολιτικών αυτών δεν αφήνει περιθώρια για άλλη κατάληξη: Ο νέο-φιλελευθερισμός των μνημονίων σε συνδυασμό με την πελατειακή λογική που έχουν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ στο DNA τους, αλλά και την αβυσσαλέα διαχειριστική τους ανικανότητα, σπρώχνουν σταθερά τη χώρα πιο χαμηλά στη σπείρα αργού θανάτου της ύφεσης και της υπερχρέωσης.
Αυτοί που έριξαν τη χώρα στα βράχια δεν μπορούν να τη σώσουν. Οι διεφθαρμένοι και οι διαφθορείς δεν μπορούν να πολεμήσουν την διαφθορά. Δεν είναι δείγμα συνέπειας, ούτε εμμονής στις μεταρρυθμίσεις η τελευταία αυτή μετενσάρκωση του δικομματισμού. Τα δύο κόμματα αγκιστρώνονται απλώς με νύχια και δόντια στην εξουσία, όπως είχαν πράξει και μετά την πρώτη χρεωκοπία οι τότε εκπρόσωποι του παλαιοκομματισμού. (Για το λόγο αυτό και προέβλεπα ήδη στις 23 Οκτωβρίου 2011 με άρθρο μου στην Ελευθεροτυπία το αναπόφευκτο του «μεγάλου συνασπισμού» ΠΑΣΟΚ-ΝΔ).  Θυμίζω ότι στις εκλογές της 8/21 Αυγούστου του 1910, ένα χρόνο μετά το Γουδί, οι πρώην άσπονδοι εχθροί, τα δύο μεγάλα κόμματα του Γεωργίου Θεοτόκη και του Δημητρίου Ράλλη, κατήλθαν με κοινούς συνδυασμούς και κυβέρνησαν για λίγους μήνες. Στις επόμενες εκλογές της 28ης Νοεμβρίου (11 Δεκεμβρίου) τα παλαιά κόμματα δεν πήραν καν μέρος, σαρωμένα από τη γενικευμένη λαϊκή τους απαξίωση. Δεν ξαναεμφανίστηκαν ποτέ πια στην πολιτική ζωή της χώρας. 
Αυτή η τύχη περιμένει και το σύγχρονο παλαιοκομματισμό, παρά τη λεοντή του μεταρρυθμιστή που επιχειρεί να ενδυθεί. Δεν πρέπει όμως να αφήσουμε να παρασύρει στην πτώση του και τη χώρα. Πριν να είναι πολύ αργά, με τη συλλογική μας αντίσταση πρέπει να επισπεύσουμε το τέλος του.


Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, την 25/6/2013.

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Γιώργου Κατρούγκαλου, Η βασιλεία του τρόμου

Η πρόσφατη απολογιστική έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού έδωσε την ευκαιρία στον αγγλοσαξονικό τύπο να χαρακτηρίσει τις πολιτικές λιτότητας ως «βασιλεία του τρόμου» αλλά και ως βασιλεία του Ολι Ρεν  ( “Rehn of Terror”), λογοπαίγνιο που βασίζεται στο ομόηχο του ονόματος του επιτρόπου. Πρόκειται για κατάφωρη αδικία. Ο επίτροπος δεν φέρει μεγαλύτερη ευθύνη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο σύνολο της και όλες τις εθνικές κυβερνήσεις της περιόδου, που συνεχίζουν να ομοφωνούν στην εφαρμογή του ίδιου νέο-φιλελεύθερου προγράμματος ανατροπής του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.
 Ο P. Krugman, στο σχετικό του άρθρο στους New York TimesGreek Regrets”  γράφει σχετικά ότι  «για όλους τους οπαδούς του Keynes, εμού συμπεριλαμβανομένου,  και τα δύο λάθη που αναγνωρίζει το Ταμείο στην έκθεση, την αποτυχία του δηλαδή να αναγνωρίσει εγκαίρως ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αποπληρώσει στο ακέραιο τα χρέη της, αλλά και τη μεγάλη υποτίμηση της οικονομικής ζημίας που η λιτότητα μπορεί να επιφέρει, ήταν εμφανή κατά τη συγκεκριμένη περίοδο».  
Δεν χρειάζεται να είσαι νομπελίστας στα οικονομικά για να διαπιστώσεις τα αυτονόητα. Άλλωστε, το ίδιο το ΔΝΤ ουσιαστικά προέβλεπε την έκβαση του μνημονίου από την πρώτη ήδη έκθεση του, της 5ης Μαίου του 2010 (IMF, Greece, Request for Stand-By Arrangement Prepared by the European Department in Consultation with Other Departments, EBS/10/77, Approved by Poul M. Thomsen and Martin Muhleisen, May 5, 2010, ιδίως σ. 18, 36.) Αναφερόμενος σε αυτή, λίγο μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, έγραφα στο πρώτο κριτικό άρθρο που δημοσιεύθηκε στο νομικό τύπο Memoranda sunt Servanda? H συνταγματικότητα του νόμου 3845/2010 και του μνημονίου για τα μέτρα εφαρμογής των συμφωνιών με ΔΝΤ, ΕΕ και ΕΚΤ», Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, 2/2010, 151-163) τα εξής:
«η εφαρμογή του προγράμματος όχι απλώς δεν ανακουφίζει αλλά επιδεινώνει την οικονομική κατάσταση της χώρας: Σύμφωνα με τις αποδοχές του ίδιου του ΔΝΤ, το χρέος από το 119% του ΑΕΠ που βρίσκεται σήμερα, θα εκτιναχθεί το 2013, τελευταίο έτος του Προγράμματος Στήριξης, μεταξύ του 150% και 177% του ΑΕΠ , και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει ήπια ανάκαμψη της οικονομίας και ότι «οι αρχές θα εξακολουθήσουν να προωθούν ισχυρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (…) και ότι η χώρα θα αποκτήσει πρόσβαση στις αγορές με ικανοποιητικούς όρους» .
Εάν όλα πάνε καλά, επομένως , και εάν ληφθούν πρόσθετα μέτρα στη γνωστή κατεύθυνση, και αφού θα έχουμε κατεδαφίσει το κοινωνικό κράτος και διαλύσει την κοινωνική συνοχή, θα καταφέρουμε να αυξήσουμε το δημόσιο χρέος κατά το ήμισυ! (…) Ο προδήλως αναποτελεσματικός αυτός δανεισμός έχει ως μόνη λογική την καθυστέρηση της στάσης πληρωμών ώστε να διασωθούν οι αλλοδαπές (ιδίως Γερμανικές) τράπεζες που θα χρησιμοποιήσουν τον χρόνο που εμείς "αγοράζουμε" (δανειζόμενοι) εκ μέρους τους ώστε να προλάβουν να πουλήσουν τα ομόλογά μας .»
Δεν ήμουν προφήτης, γνώριζα απλώς ανάγνωση. Και ήξερα, όπως όλοι μας, ότι το ΔΝΤ εφαρμόζει παντού όπου περνά πολιτικές απεσταγμένου νεοφιλελευθερισμού, που συνοψίζονται ουσιαστικά στα εξής:
•             Συμπίεση του μισθολογικού κόστους και απορρύθμιση της εργατικής νομοθεσίας, με σκοπό τη μεγιστοποίηση της ιδιωτικής κερδοφορίας
•             Μαζική μεταφορά πόρων από το δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, μέσω ιδιωτικοποιήσεων των δημοσίων επιχειρήσεων και δημοσιοποίηση των ζημιών των τραπεζών
•             Μονεταριστική πολιτική λιτότητας με έμφαση στη δραματική μείωση των δημοσίων δαπανών, ιδίως των κοινωνικών.
Η αυτοκριτική του ΔΝΤ δεν αφορά στην ουσία των πολιτικών αυτών, αλλά στην αναγνώριση επιμέρους ολισθημάτων, όπως ο διαβόητος πολλαπλασιαστής. Και δεν χρειαζόμασταν την έκθεση, για να γνωρίζουμε ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο, εφόσον αυτό θα πλησιάσει το 2014 το 180% του ΑΕΠ. Είναι προφανές ότι χωρίς νέα διαγραφή, και μάλιστα σε ποσοστό άνω του 60%, δεν πρόκειται ποτέ να αποπληρωθεί. Η ουσία, όμως, έγκειται στους όρους με τους οποίους αυτό θα γίνει. Όλοι θυμόμαστε ότι το περίφημο PSI ολοκλήρωσε το έγκλημα του πρώτου μνημονίου, φορτώνοντας ουσιαστικά όλο το πολυδιαφημισμένο «κούρεμα» του χρέους στα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία και τους δημόσιους οργανισμούς (και στις ελληνικές τράπεζες, βεβαίως, οι οποίες όμως αποζημιώθηκαν και με το παραπάνω με τους σκανδαλωδώς ευνοϊκούς όρους της ανακεφαλαιοποίησης, χωρίς ούτε ένας τραπεζίτης να χάσει τον έλεγχο της τράπεζας του).
Το τέλος της βασιλείας του τρόμου δεν θα έρθει από τον ουρανό. Από τη δική μας συλλογική αντίσταση εξαρτάται.



Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, 11/6/2013

Διεθνές Συνέδριο για το Δημόσιο Χρέος και τα Κοινωνικά Δικαιώματα

  Η  ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ                             ( Ομαδα κοινωνικων δικαιωματων),
Η ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΛΟΓΩΝ
ΤΟ
ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΕΝΤΡΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝLibertas
&
 ΚΕΝΤΡΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ –     ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΑΤΣΟΣ

διοργανώνουν

ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
28-29.6.2013
«Δημόσιο χρέος & θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα »
     Αθήνα - Hotel Divani Caravel


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΡΩΙ, 28 ΙΟΥΝΙΟΥ 2013

9:00          1η Συνεδρία,
Χαιρετισμοί: Κώστας Μαυριάς, Ομότιμος Καθηγητής, Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων και επίτιμος Πρόεδρος της Δ.Ε.Σ.Δ. και Martin Scheinin, Καθηγητής, Πρόεδρος της Δ.Ε.Σ.Δ.

Εναρκτήρια Ομιλία: Dr. Cephas Lumina, Ανεξάρτητος Εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ, με εντολή την διερεύνηση των επιπτώσεων του  δημόσιου χρέους και άλλων σχετιζόμενων διεθνών οικονομικών υποχρεώσεων των Κρατών στην πλήρη εφαρμογή των ανθρώπινων δικαιωμάτων.


9:30       η επιδραση τησ οικονομικησ κρισησ στουσ διεθνη θεσμικα
              οργανα,   ρυθμισεισ και ανθρωπινα δικαιωματα
Πρόεδρος: Κώστας Μαυριάς, Ομότιμος Καθηγητής, Νομική  Σχολή Αθηνών
1.  Margot Salomon, Senior Lecturer, London School of Economics
   Πέραν του χρόνου και του χώρου: Χρέος, λιτότητα και ανθρώπινα δικαιώματα σε πλήρη επισκόπηση.
2.  Anu Bradford, Professor, Columbia Law School
Αποτελεσματικός Σχεδιασμός των θεσμών μετά την Κρίση.
3.  Enyinna Nwauche, Professor, University of Botswana, Department of Law
  Επίκαιρα Θέματα σχετικά με την προστασία των αυτοχθόνων και την Διαιτησία στις Επενδύσεις

Παρέμβαση: Katerina Linos, Ass. Professor, University of Berkley, η Διολίσθηση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

11:00        Διάλειμμα

11:30        ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ
Πρόεδρος : Γιώργος Κασιμάτης, Ομότιμος Καθηγητής, Νομική Σχολή Αθηνών
1.  Aντώνης Μπρεδίμας, Καθηγητής, Νομική Σχολή Αθηνών.
Ανωτέρα Βία και Κατάσταση Ανάγκης στο Διεθνές Δίκαιο.
2.  Mathias Audit, Professor, Paris Ouest Nanterre La Défense.
 Το ζήτημα του δημοσίου χρέους ενώπιον των διεθνών διαιτητικών δικαστηρίων
3.  Νικήτας Aλιμπράντης, Επίτϊμος Καθηγητής, University of Strasbourg and University of Thrace.
   Η φιλοσοφία του «comme si» (“als ob”)  σε σχέση με τον παραμερισμό των κοινωνικών δικαιωμάτων στους ευρωπαϊκούς θεσμούς
    Παρέμβαση : Giorgio Baruchello, Professor, University of Akureyri, Τμήμα Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, Το «Ογκολογικό Μοντέλο/ του Paul Krugman στις ΄τραπεζικές μεταστάσεις: Εισαγωγή στη Φιλοσοφία του John McMurtry


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ AΠΟΓΕΥΜΑ

                2η Συνεδρία
17:00        Ο ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Πρόεδρος: Σπύρος Φλογαϊτης, Καθηγητής, Νομική Σχολή Αθηνών 
1.  Alessandro Torre, Professor,Università degli Studi di Bari, Facoltà di Giurisprudenza  
Νεοφιλελεύθερες τάσεις και δημοσιονομικές πολιτικές στην Ιταλία.
2.  Marina Calamo Specchia, Professor, Università degli Studi di Bari, Facoltà di Giurisprudenza
   Οικονομική Κρίση και ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί, η ιταλική περίπτωση. Ποιο μέλλον για τα κοινωνικά δικαιώματα;
3.  John McEldowney, Professor, University of Warwick, Faculty of Law.
  Το Η.Β.: Η μετα-δημοσιονομική κρίση:  η μεταρρύθμιση του κράτους πρόνοιας και των κοινωνικο-οικονομικών δικαιωμάτων.

18:30        Διάλειμμα



19:00        Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ
                Πρόεδρος: Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, Νομική  Σχολή.
1.  Françoise TulkensProfessor, Université de Leuven,
Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η Οικονομική Κρίση. Το θέμα της φτώχειας.
2.  Νίκος Aλιβιζάτος, Καθηγητής, Νομική Σχολή Αθηνών, η αρχή της θεωρίας του "Living instrument" σε δύσκολους καιρούς
3.  Patrick de Fontbressin, Professor, Université Paris Sud XI.   Η έννοια του πολίτη στο Χάρτη Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ένα υποκειμενικό δικαίωμα ;
4.  Πέτρος Στάγκoς, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νομική Σχολή. 
Το Δημόσιο Χρέος στο πλαίσιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης : αλληλεγγύη ή αναγκαιότητα
          

                                     --------------------------

ΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΩΙ, 29 ΙΟΥΝΙΟΥ 2013

3η Συνεδρία

9:00          ΧΩΡΕΣ ΣΕ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ η συνταγματικη δικαιοσυνη
                Πρόεδρος: Γιώργος Κατρούγκαλος, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Θράκης
1.  Angel Rodriguez, Professor, University of Málaga, Faculty of Law.
Δημόσιο Χρέος και θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα μετά την συνταγματική αναθεώρηση στην Ισπανία
2.  Yannis Drossos, Καθηγητής, Νομική Σχολή Αθηνών
    Χώρες σε κρίση και Συνταγματική Δικαιοσύνη: οι προσεγγίσεις των   Δικαστηρίων.
3.  Rachael Lorna Johnstone, Professor, University of Akureire.              
  Μύθοι και Θρύλοι της σύγχρονης Ισλανδίας.
4.  Dr.Giulia Aravantinou Leonidi, Scientific Researcher, Università degli studi di Roma La Spienza, Facoltà di Giurisprudenza.
Εύθραυστη δημοκρατία: εξετάζοντας τα κοινωνικά δικαιώματα υπό το πρίσμα του ιταλικού Συντάγματος. Η κρίση και η κατάρρευση του κράτους πρόνοιας.


11:00        Διάλειμμα




11:30        ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΠΙΕΣΗ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ
                  ΠΡΟΝΟΙΑΣ
                Πρόεδρος: Πέτρος Παραράς, Ομότιμος Καθηγητής,
                Πανεπιστήμιο Θράκης, Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου
                Επικρατείας.
1.  Paul Tavernier, Ομότιμος Καθηγητής, Université Paris-Sud XI. 
Συμβολή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε μια « κοινωνική » ανάγνωση της Ιδιοκτησίας.
Παρατηρήσεις και προβληματισμοί.
2.  Σταμάτης Tζιτζής, Καθηγητής, Institut de criminologie, Paris II.
  Κρίση, λαϊκή κυριαρχία και κοινωνικά δικαιώματα.
3.  Στέλιος Περράκης, Καθηγητής Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης σε καιρούς οικονομικής κρίσης και το Διεθνές Δίκαιο

Παρέμβαση: Dr. Βασιλική Σαράντη.
  Κοινωνικά Δικαιώματα στην Αμερικανική Ήπειρο (Δυτικό ημισφαίριο) υπό το φως  της νομολογίας του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

ΣΑΒΒΑΤΟ AΠΟΓΕΥΜΑ

17:00        4η Συνεδρία
                ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ
Πρόεδρος : Ελισάβετ Μπέσιλα, Καθηγήτρια, Πάντειο Πανεπιστήμιο 
1.  Thomas Fleiner, Ομότιμος Καθηγητής, University of Fribourg, Επίτιμος Πρόεδρος  IACL.
  Άμεση Δημοκρατία: χρέη και κοινωνικά δικαιώματα, η Ελβετική εμπειρία.
2.  Dominique Rousseau, Καθηγήτρια, Université de Paris I, Panthéon Sorbonne, Président du conseil scientifique de l’Association Française des Constitutionnalistes.
Τα κοινωνικά δικαιώματα, στην αντιμετώπιση της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης.
3.  Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Dean– Δρ. Αλκμήνη Φωτιάδου, Κέντρο για το Ευρωπαϊκό Συνταγματικό Δίκαιο
Η κρίση χρέους καλλιεργεί το έδαφος: αναθεώρηση της θεωρίας των κοινωνικών δικαιωμάτων.
    Παρέμβαση: Dr. Eλένη Μίχα,
   Η εφαρμογή των κοινωνικών δικαιωμάτων μέσω υπεύθυνων πρακτικών δανεισμού

19:00        Διάλειμμα

19:30           Στρογγυλό Τραπέζι  
                 Πρόεδρος: Καθηγήτρια Iσμήνη Κριαρή, Αντιπρύτανης του
                 Πάντειου Πανεπιστήμιου, Καθηγητής Ηλίας Nικολόπουλος,
                  Πάντειο Πανεπιστήμιο, Καθηγητής Γιώργος Κατρούγκαλος,
                  Πανεπιστήμιο Θράκης, Καθηγητής Γιάννης Τασσόπουλος,
                  Πανεπιστήμιο Αθήνας, Καθηγήτρια Λίνα Παπαδοπούλου,
                  Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νομική Σχολή.

Λήξη του Συνεδρίου από τον Καθηγητή Kώστα Μαυριά και τον Καθηγητή Martin Scheinin.

21:00        Δεξίωση




  

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Γιώργου Κατρούγκαλου, Πάμε πράγματι καλύτερα;

Πάμε πράγματι καλύτερα;
Γιώργου Κατρούγκαλου, καθηγητή Συνταγματικού ΔΠΘ
Ο Νίτσε, ερμηνεύοντας το γνωστό μύθο, γράφει ότι ο Δίας άφησε την ελπίδα στο κουτί της Πανδώρας όχι από οίκτο αλλά από κακία, γιατί ελπίδα χωρίς αντίκρυσμα και κυρίως χωρίς απόφαση για δράση δεν αποτελεί δώρο αλλά κατάρα. «Τέτοια ελπίδα», υποστηρίζει στο Menschliches, Allzumenschliches ο φιλόσοφος, «αποτελεί το χειρότερο κακό, γιατί παρατείνει ατέλειωτα το μαρτύριο του ανθρώπου.»
Η κυβέρνηση προσπαθεί να καλλιεργήσει ακριβώς ένα παρόμοιο κλίμα τεχνητής αισιοδοξίας και παράδοσης, αξιοποιώντας τις τελευταίες εκθέσεις της Τρόικας, του ΔΝΤ και ορισμένων Ευρωπαίων αξιωματούχων. Υπάρχει πράγματι momentum, «ούριος άνεμος», όπως προσπαθούν να μας πείσουν τα κυβερνητικά φερέφωνα; Η καθημερινότητα,  φυσικά, στέλνει άλλα μηνύματα, συνέχειας της κρίσης και της ύφεσης και επιδείνωσης της ανεργίας. Μήπως όμως δεν βλέπουμε την αλλαγή στην καθημερινότητα, αλλά αυτή έχει ήδη δρομολογηθεί στον ορίζοντα;
Δυστυχώς, δεν είναι έτσι. Και αυτό φανερώνουν και οι περίφημες δηλώσεις και εκθέσεις που υποτίθεται ότι συντηρούν την επικοινωνιακή αυτή επίθεση αισιοδοξίας. Οι εξαγγελίες, για παράδειγμα, του επικεφαλής του Eurogroup Ντάισελμπλουμ περί νέου «κουρέματος» του χρέους μέσα στο 2014 ουσιαστικά αποτελούν ομολογία ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο, παρά τους πανηγυρισμούς ότι η εφαρμογή του μνημονίου είναι πλέον «εντός τροχιάς». Τα νούμερα, άλλωστε, είναι αμείλικτα: από το 120% του ΑΕΠ που ήταν το χρέος πριν από την ένταξη της χώρας στους μηχανισμούς «σωτηρίας» έχει ήδη εκτιναχθεί στο 170%.  Μάλιστα εάν το κούρεμα γίνει καθ’υπαγόρευση των δανειστών μας, με ανάλογο τρόπο με το PSI, ουσιαστικά θα φορτώσει με νέα βάρη αντί να ελαφρώσει την ελληνική οικονομία.
                Τα θετικά στοιχεία δε που αναγνωρίζουν οι πρόσφατες εκθέσεις, χρειάζονται μετάφραση για να γίνουν κατανοητά: επιχαίρουν ότι έχει ήδη μειωθεί κατά τα δύο τρίτα η απώλεια ανταγωνιστικότητας μας σε σχέση με την Ευρωζώνη, ως προς το μισθολογικό κόστος. Αυτό, σε απλά ελληνικά σημαίνει ότι πρέπει να πανηγυρίζουμε που μειώθηκαν οι μισθοί μας, αλλά να μη χαιρόμαστε και πολύ, γιατί επίκειται και άλλη μείωση, προκειμένου να καλύψουμε και το υπόλοιπο ένα τρίτο της χαμένης μας ανταγωνιστικότητας.
                Η μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού (πρωτοφανής στα χρονικά, κατά τον Υπουργό Οικονομικών) και η προαναγγελλόμενη ύπαρξη πρωτογενούς πλεονάσματος κρύβουν, αφενός, τα τεράστια ελλείμματα των ασφαλιστικών οργανισμών (βαίνουν, «αισίως», προς τα τρία δισεκατομμύρια Ευρώ). Αφετέρου –και κυρίως- το «επίτευγμα» αυτό δεν οφείλεται στην αύξηση των εσόδων από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, που αποτελεί το βασικό λόγο διόγκωσης των ελλειμμάτων, αλλά αποκλειστικά στις περικοπές μισθών, συντάξεων και την διάλυση των υποδομών του κοινωνικού κράτους.
Το σημαντικότερο όμως δεν είναι τόσο αν η πολυθρύλητη ανάκαμψη έρθει εντός του 2014, πράγμα που, προφανώς, κάθε άλλο παρά βέβαιο δεν είναι, εάν λάβει κανείς υπόψη του τις συνεχείς διαψεύσεις παρόμοιων στόχων. (Κατά το πρώτο μνημόνιο, θυμίζω, το 2013 θα είχαμε ήδη γυρίσει στις αγορές).  Το θέμα είναι κυρίως ποιος θα ωφεληθεί από αυτήν και τι χαρακτήρα θα έχει. Εάν αφήσουμε την κυβέρνηση να ολοκληρώσει το έργο της, ξέρουμε ήδη την απάντηση. Ο απεσταγμένος νέο-φιλελευθερισμός που εφαρμόζεται, προαναγγέλλει υποτονική ανάκαμψη που θα βασίζεται σε μισθούς Βουλγαρίας και ποσοστά ανεργίας πάνω από 20%,  σε διάλυση όχι μόνον των εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά και κάθε άλλης ρύθμισης της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης. Τα εξαγγελθέντα μέτρα απελευθέρωσης της αγοράς, όπως το άνοιγμα των μαγαζιών τις Κυριακές, προαναγγέλλουν, για παράδειγμα, το θάνατο του έλληνα εμποράκου. Έχει ήδη επισημανθεί στα κείμενα της τρόικας ότι στη χώρα μας το ποσοστό των αυτοπασχολούμενων ανέρχεται σε 36%, ενώ ο μέσος όρος της Ευρωζώνης είναι μόλις 11%. Αυτό έρχονται να «διορθώσουν» παρόμοια μέτρα.
Φυσικά, τίποτα από όλα αυτά δεν είναι νομοτελειακά δεδομένο. Αυτή τη στιγμή σε όλη την Ευρώπη το διακύβευμα είναι αν θα συνεχισθούν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας ή θα αντικατασταθούν από μια νέα συνταγή ανάπτυξης, με κοινωνικό πρόσωπο. Οι προχθεσινές διαδηλώσεις στην Πορτογαλία δείχνουν το δρόμο. Η ελπίδα παύει να είναι κατάρα, όταν γίνεται έναυσμα για αντίσταση και δράση.

Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, 28/5/2013

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Γιώργου Κατρούγκαλου, Το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, το Σύνταγμα και η Χρυσή Αυγή


Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία αποτελούν φαινόμενα διαλυτικά τόσο για την δημοκρατία όσο και την κοινωνική συνοχή. Το σημαντικότερο σχετικό νομικό κείμενο για την αντιμετώπιση τους είναι η Διεθνής Σύµβαση για την Κατάργηση κάθε µορφής Φυλετικών Διακρίσεων του 1966. Αυτή προβλέπει ότι τα κράτη δεσμεύονται "να καθιστούν αξιόποινη κάθε διάδοση ιδεών µε βάση τη φυλετική ανωτερότητα ή το φυλετικό µίσος, κάθε παρότρυνση σε φυλετική διάκριση, καθώς και όλες τις πράξεις βίας, που στρέφονται κατά οποιασδήποτε φυλής ή οµάδας προσώπων άλλου χρώµατος ή εθνοτικής προέλευσης".
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με την Απόφαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28/11/2001  (COM 2001 664) προωθεί μιαν άλλη δέσμη ρυθμίσεων, που αφορά στην επέκταση του αξιόποινου όχι μόνον στις πράξεις βίας αλλά και στο λεγόμενο λόγο μίσους, δηλαδή σε προσβολές ή απειλές που διατυπώνονται δηµόσια κατά μειονοτήτων. Ο σχετικός περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης είναι συνταγματικά ανεκτός, γιατί ο λόγος μίσους πλήττει την ίση αξιοπρέπεια εκείνων των ομάδων εναντίον των οποίων στρέφεται και εμποδίζει την ομαλή τους ένταξη στην πολιτική κοινότητα.
Αντιθέτως, ιδιαίτερα προβληματική είναι η καθιέρωση αποκλειστικά και μόνο «φρονηματικών» αδικημάτων, όπως η άρνηση ή και η υποβάθμιση του Ολοκαυτώματος ή άλλων εγκλημάτων γενοκτονίας, κ.λ.π.,  ανεξαρτήτως του εάν εντάσσεται στο πλαίσιο λόγου μίσους. Κατ’αρχήν, η καθιέρωση επίσημης, κρατικής ιστορίας είναι αντίθετη στο φιλελεύθερο πρόταγμα. Περαιτέρω, η καθιέρωση φρονηματικών αδικημάτων εύκολα μπορεί να εκτραπεί σε επικίνδυνες κατευθύνσεις, ιδίως ενόψει του ότι η ανιστορική και παραπλανητική θεωρία της υποτιθέμενης ταυτότητας των «δύο άκρων» τείνει να επικρατήσει στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης.
 Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο αποσύρθηκε λίγο μετά την αναγγελία του,  φαίνεται ότι περιλαμβάνει ρυθμίσεις που στοιχίζονται με τις προαναφερθείσες νομοθετικές τάσεις, προβλέποντας τη δυνατότητα επιβολής παρεπόµενων ποινών, όπως η στέρηση πολιτικών δικαιωµάτων, η καθιέρωση  του ρατσιστικού και ξενόφοβου κίνητρου ως επιβαρυντικής περίστασης κατά την επιβολή ποινής για άλλο αδίκηµα του κοινού ποινικού δικαίου, κ.λ.π. Το βασικό ζήτημα με παρόμοιες ρυθμίσεις θα είναι η αποτελεσματική εφαρμογή τους. Η μέχρι τώρα εμπειρία από άλλες ισχύουσες διατάξεις δεν εμπνέει, πάντως, ιδιαίτερη αισιοδοξία.
Αντιθέτως, άλλες διατάξεις, που φαίνεται να αποσκοπούν ειδικά στην αντιμετώπιση του φαινομένου της Χρυσής Αυγής, χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής για να μην επιφέρουν τα ακριβώς αντίθετα από τα επιδιωκόμενα από τους συντάκτες τους αποτελέσματα. Ορισμένες από αυτές μάλλον πρέπει να έχουν αποδοθεί δημοσιογραφικά εσφαλμένα, γιατί η αντισυνταγματικότητα τους είναι προφανής. (Δεν είχα πρόσβαση στο κείμενο του νομοσχεδίου αλλά μόνο στις δημοσιογραφικές πληροφορίες, όταν έγραφα τις γραμμές αυτές).  Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατή η «αυτόματη» ή «αυτοδίκαιη» (sic) στέρηση της ασυλίας βουλευτή, χωρίς προηγούμενη άδεια της Βουλής  (άρθρο 62 παρ. 1 του Συντάγματος).  Επίσης δεν είναι δυνατή για κανένα απολύτως λόγο η δίωξη βουλευτή για γνώμη που διατυπώνει κατά την άσκηση  των καθηκόντων του (άρθρο 61 παρ. 1 του Συντάγματος).
Σε κάθε περίπτωση, η άνοδος της Χρυσής Αυγής δεν οφείλεται σε κενά του νόμου. Ούτε είναι δυνατό να αντιμετωπισθεί με νομικής ή αστυνομικής φύσης μέτρα. Αντιθέτως, παρόμοια μέτρα κινδυνεύουν να ενισχύσουν, ιδίως στα μάτια των λιγότερο υποψιασμένων, την υποτιθέμενη αντισυστημική φυσιογνωμία του κόμματος αυτού, που αποτελεί το βασικό λόγο της δημοσκοπικής του εκτόξευσης. Βεβαίως, όταν οι βουλευτές και τα μέλη της Χρυσής Αυγής διαπράττουν εγκληματικές συμπεριφορές πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εγκληματίες. (Μάλιστα, ούτε η βουλευτική ασυλία προστατεύει από αυτόφωρα κακουργήματα. Η σχετικά πρόσφατη αντιτρομοκρατική νομοθεσία –άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3251/2004, ήδη άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα-  έχει καταστήσει κακούργημα τη σύσταση συμμορίας για την διάπραξη αδικημάτων σαν αυτά που on camera  έχουν τελέσει χρυσαυγίτες βουλευτές, όπως, πχ. η διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας κατά μεταναστών στις λαϊκές αγορές.) Συνεπώς, και η υφιστάμενη νομοθεσία, εάν εφαρμοζόταν, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την εγκληματική πλευρά της δράσης των νεοναζιστών.
Η Χρυσή Αυγή όμως δεν θα νικηθεί στα δικαστήρια, αλλά στην κοινωνία. Ο μισαλλόδοξος λόγος πρέπει να αντιμετωπισθεί προεχόντως πολιτικά. Τις ιδέες, ακόμη και τις αποκρουστικές, τις πολεμάς με άλλες ιδέες, όχι με διατάγματα. Φυσικά, η απλή πολιτική αντιπαράθεση δεν αρκεί απέναντι σε ένα νεοναζιστικό κόμμα που χρησιμοποιεί με όμοια ευκολία τη φονική βία και τη  στοχευμένη  «φιλανθρωπία». Η κοινωνική αλληλεγγύη θα πρέπει να στηρίξει τους αδύναμους, οι γειτονιές θα πρέπει να περιφρουρηθούν από τις επιθέσεις μίσους. Κυρίως όμως θα πρέπει να αναδεικνύεται συνεχώς ότι η αντισυστημικότητα της Χρυσής Αυγής είναι μια φενάκη και ότι αυτή αποτελεί, αντιθέτως, την τελευταία εφεδρεία του συστήματος, την έσχατη άμυνα απέναντι στην προοδευτική ανατροπή.

Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία.

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Δημήτρης Καλτσώνης, Η κυβέρνηση Αλιέντε. Επίκαιρα διδάγματα για το κράτος


περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 9, 2013, σελ. 117-131

Η μελέτη της εμπειρίας της κυβέρνησης της «Λαϊκής Ενότητας» υπό την προεδρία του Σαλβαδόρ Αλλιέντε αποτελεί και σήμερα ένα εξαιρετικά επίκαιρο θεωρητικό και πρακτικό θέμα. Στο παρόν άρθρο θα εξεταστούν τέσσερα βασικά ζητήματα: α. πώς κατόρθωσε να αναδειχθεί μια τέτοιου τύπου κυβέρνηση, β. το πρόγραμμα της κυβέρνησης και η εφαρμογή του, γ. η στρατιωτική πολιτική της κυβέρνησης και η επίλυση τελικά του κομβικού ζητήματος της κρατικής εξουσίας, δ. μερικά συμπεράσματα για τη μαρξιστική θεωρία του κράτους.


1. Συνθήκες κρίσης

Η εκλογική νίκη του Αλλιέντε στις προεδρικές εκλογές του 1970 έγινε δυνατή κάτω συγκεκριμένους όρους. Ο πρώτος είναι η οικονομική κρίση και η επιδείνωση των συνθηκών ζωής του λαού. Το κόστος ζωής την τελευταία πριν την εκλογή Αλλιέντε δεκαετία ανέβηκε σχεδόν 1000%. Τo 2% τωv οικογενειών κατείχαv τo 46% τoυ χρηματικού εισοδήματος. Το 17% των εταιρειών κατείχε πάνω από το 78% ολόκληρου του μετοχικού κεφαλαίου. Η πιο μεγάλη από αυτές είχε τον έλεγχο των 2/3 της παραγωγής ολόκληρης της χώρας. Το 46,2% του μετοχικού κεφαλαίου των 30 μεγαλύτερων βιομηχανιών της Χιλής ανήκε σε ξένα συγκροτήματα. Τo 80% της καλλιεργημένης γης και τωv βοσκοτόπων βρισκόταν στα χέρια τoυ 4,2% τoυ πληθυσμού, τωv μεγαλoτσιφλικάδωv. Μόνο στηv πρωτεύουσα Σαντιάγο, 600.000 άvθρωπoι ζoύσαv σε παράγκες. Τα δύo τρίτα τωv αγρoτικώv οικιών είχαv χωματέvιo πάτωμα. Μόvo τo 10% είχε ηλεκτρικό ρεύμα. Οι άvεργoι ξεπερvoύσαv τις 300.000 (8,3%). 1,5 εκατoμ. παιδιά υπoσιτίζovταv εvώ 600.000 ήταv πvευματικά καθυστερημένα εξαιτίας της έλλειψης τωv στoιχειωδώv μέσωv ζωής. Τo 15% τωv Χιλιαvώv πάvω από 15 ετώv ήταv αvαλφάβητoι[1].
Ο δεύτερος είναι η δραστηριοποίηση των λαϊκών στρωμάτων και η αντίθεσή τους στις κυρίαρχες πολιτικές. Η άνοδος των κοινωνικών αγώνων αντιμετωπίστηκε από την άρχουσα τάξη και τις κυβερνήσεις με ένταση της καταστολής αλλά και με προσπάθειες μεταρρυθμίσεων προκειμένου να εκτονωθεί η δυσαρέσκεια. Τίποτα από τα δύο δεν απέδωσε.
Οι λαϊκοί αγώνες έδωσαν ώθηση στην επιρροή του Κομμουνιστικού κόμματος Χιλής. Ενισχύθηκαν επίσης τα ριζοσπαστικά στοιχεία στο Σοσιαλιστικό κόμμα, ιδίως στο πρόσωπο του Αλλιέντε[2]. Η κατάσταση αυτή εκφράστηκε και στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.
Η λαϊκή δυσαρέσκεια βρήκε την αντανάκλασή της στις πολιτικές δυνάμεις της άρχουσας τάξης αλλά και στις μικροαστικές πολιτικές δυνάμεις. Στο εσωτερικό της Χριστιανικής Δημοκρατίας εντάθηκε η κριτική προς την ηγεσία του κόμματος. Ένα τμήμα του κόμματος αποσπάστηκε το 1969 και δημιούργησε το «Κίνημα Ενωμένης Λαϊκής Δράσης» (MAPU) το οποίο συμμάχησε με τις δυνάμεις της Λαϊκής Ενότητας. Λίγο αργότερα, αποσπάστηκε ένα ακόμη τμήμα, η Χριστιανική Αριστερά, που επίσης εντάχθηκε στη Λαϊκή Ενότητα. Το Ριζοσπαστικό κόμμα, παραδοσιακό κόμμα των μικροαστικών στρωμάτων, ριζοσπαστικοποιήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και την ηγεσία του ανέλαβε η αριστερή πτέρυγα που το ενέταξε στη Λαϊκή Ενότητα.
Η άρχουσα τάξη δυσκολευόταν να διαχειριστεί την κρίση. Αυτό φάνηκε με τον πιο καθαρό τρόπο στο γεγονός ότι στις εκλογές του 1970 συμμετείχαν δυο υποψήφιοι από τον ευρύτερο συντηρητικό χώρο διασπώντας έτσι τις δυνάμεις του.
Ο τρίτος είναι ο διεθνής συσχετισμός των δυνάμεων. Ο μεταπολεμικός κόσμος και ιδίως η δεκαετία του 1960 χαρακτηρίστηκαν από την ισχυροποίηση του εργατικού και αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, των εθνικοαπελευθερωτικών και αντιαποικιοκρατικών επαναστάσεων, από την άνοδο των αντιφασιστικών αισθημάτων των λαών. Στη Λατινική Αμερική καθοριστικό ρόλο έπαιξε η νίκη της επανάστασης στην Κούβα ενώ ο πόλεμος του Βιετνάμ, τον οποίο οι ΗΠΑ είχαν αρχίσει να χάνουν στα τέλη της δεκαετίας του ’60, απασχολούσε μεγάλο τμήμα της στρατιωτικής και πολιτικής δραστηριότητάς τους[3].
Από όλους αυτούς τους παράγοντες είχε δημιουργηθεί ένα κλίμα που δεν διευκόλυνε την άμεση ανατροπή της κυβέρνησης Αλλιέντε. Υπήρξαν σχέδια και προτάσεις για στρατιωτικό πραξικόπημα πριν τις εκλογές ώστε να προληφθεί η εκλογική επικράτηση της «Λαϊκής Ενότητας» αλλά και για αμέσως μετά τις εκλογές. Ωστόσο, οι σχεδιασμοί αυτοί αναβλήθηκαν για πλέον κατάλληλο χρόνο. Ο συσχετισμός των δυνάμεων δεν εξασφάλιζε την επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων αρνήθηκε να συμμετέχει σε πραξικόπημα και το πλήρωσε με τη ζωή του[4].
Κατά συνέπεια, ο απεγκλωβισμός μεγάλου τμήματος του λαού από την κυρίαρχη πολιτική και ιδεολογία, η εκλογική επικράτηση των δυνάμεων της «Λαϊκής Ενότητας» έγιναν δυνατά[5] μόνο σε συνθήκες οικονομικής και πολιτικής κρίσης, ανόδου του λαϊκού κινήματος[6]. Η αστική κρατική εξουσία δεν μπορεί παρά να επηρεάζεται από το συσχετισμό των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, χωρίς αυτό να μεταβάλλει τον ταξικό χαρακτήρα της.


2. Τι είδους κυβέρνηση;

Η κυβέρνηση της «Λαϊκής Ενότητας» δεν ήταν μια οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική κυβέρνηση. Για να συναχθούν ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το ζήτημα αυτό πρέπει να εξεταστούν από κοινού: το πρόγραμμά της, η πολιτική της σύνθεση, η σχέση της με την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα και κυρίως η πολιτική της πρακτική.


Α. Το πρόγραμμα
Α1. Η κρατική εξουσία

Το πρόγραμμα της «Λαϊκής Ενότητας» έθετε το στόχο της υπέρβασης της φτώχειας, της ανύψωσης του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών τάξεων και στρωμάτων, της αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου σε όφελος της εργατικής τάξης και του λαού.
Εκτιμούσε πως «οι επαναστατικοί μετασχηματισμοί που χρειάζεται η χώρα μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο αν ο Χιλιανός λαός πάρει την εξουσία στα χέρια του». Στόχος των δυνάμεων της «Λαϊκής Ενότητας» δεν ήταν να «αντικαταστήσουν απλά έναν Πρόεδρο ή ένα κόμμα» στην κυβέρνηση αλλά να μεταβάλλουν «τους ισχύοντες θεσμούς, εγκαθιδρύοντας ένα νέο κράτος, όπου η εργατική τάξη και γενικά ο λαός θα ασκεί πραγματική εξουσία»[7]. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού το πρόγραμμα προέβλεπε όχι μόνο μέτρα «επέκτασης της δημοκρατίας και των κατακτήσεων των εργατών» αλλά μια «νέα δομή εξουσίας που θα οικοδομηθεί από τη βάση προς τα πάνω μέσα από μια διαδικασία εκδημοκρατισμού σ’ όλα τα επίπεδα και με την οργανωμένη κινητοποίηση των μαζών. Ένα νέο Πολιτικό Σύνταγμα θα θεσμοποιήσει τη μαζική ενσωμάτωση του λαού στην κρατική εξουσία»[8].
Στο πλαίσιο αυτό το πρόγραμμα της «Λαϊκής Ενότητας» προέβλεπε τη δημιουργία ενός κυρίαρχου αντιπροσωπευτικού οργάνου, τη Λαϊκή Συνέλευση, καθώς και αντίστοιχα όργανα σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Προέβλεπε επίσης μια σημαντική καινοτομία: οι αντιπρόσωποι του λαού σε όλα τα επίπεδα θα ήταν υποχρεωμένοι να λογοδοτούν σε αυτόν αλλά και θα μπορούσαν να ανακληθούν.
Το πρόγραμμα όριζε επίσης ότι τα εργατικά συνδικάτα και οι άλλες οργανώσεις και φορείς των εργαζομένων θα αποκτήσουν μια ουσιαστική παρέμβαση σε όλους τους τομείς των κρατικών υποθέσεων.
Για τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, τα οποία παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής συνείδησης και του πολιτικού συστήματος, το πρόγραμμα της «Λαϊκής Ενότητας» όριζε ότι «θα πρέπει να παρθούν τέτοια μέτρα, ώστε οι κοινωνικές οργανώσεις να έχουν στη διάθεσή τους αυτά τα μέσα, απελευθερωμένα από τη βλαβερή παρουσία των μονοπωλίων».
Σε ό,τι αφορά το σκληρό πυρήνα της κρατικής εξουσίας, δηλαδή τις ένοπλες δυνάμεις και την αστυνομία, το πρόγραμμα της «Λαϊκής Ενότητας» έθετε τους εξής στόχους. Για τις ένοπλες δυνάμεις προέβλεπε τη «διασφάλιση του εθνικού χαρακτήρα» τους και «άρνηση κάθε χρησιμοποίησης των Ενόπλων Δυνάμεων για την καταπίεση του λαού ή για συμφέροντα ξένων δυνάμεων». Για την αστυνομία όριζε ότι «θα πρέπει να αναδιοργανωθεί ώστε να μην χρησιμοποιηθεί ποτέ πια σαν καταπιεστική δύναμη ενάντια στο λαό».
Από τα παραπάνω μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το πρόγραμμα της «Λαϊκής Ενότητας» άνοιγε το δρόμο για τη δημιουργία μιας άλλου τύπου κρατικής εξουσίας. Φαίνεται να κατανοούσε ότι η απλή κυβερνητική αλλαγή δεν είναι αρκετή και ότι χρειάζεται η εισαγωγή νέων θεσμών που να επιτρέπουν την ουσιαστική λαϊκή συμμετοχή: αιρετότητα σε όλα τα επίπεδα, ανακλητότητα των αντιπροσώπων, ιδιαίτερος ρόλος των εργατικών και άλλων λαϊκών οργανώσεων στη συγκρότηση του κράτους.
Μια κάποια αμφισημία θα μπορούσε να διακρίνει κανείς στο ζήτημα των ενόπλων δυνάμεων. Εκεί, προφανώς το πρόγραμμα αναφερόταν στην ανάγκη απεγκλωβισμού τους από την ιμπεριαλιστική κυριαρχία, γι’ αυτό και έθετε με έμφαση το θέμα του εθνικού χαρακτήρα τους. Παράλληλα, έθετε το θέμα της μη συμμετοχής τους στην καταπίεση του λαού, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται σε κάποια πιο συγκεκριμένα μέτρα υλοποίησης αυτού του στόχου. Βέβαια, το τελευταίο μπορεί να δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο μέχρι εκείνη τη στιγμή συσχετισμός των δυνάμεων δεν επέτρεπε την ανοιχτή διατύπωση προτάσεων για εξοπλισμό του λαού κλπ.

Α2. Η οικονομία

Η «Λαϊκή Ενότητα» θεωρούσε αναγκαίες τις βαθιές οικονομικές αλλαγές προκειμένου να γίνει δυνατή η αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου, η εξάλειψη της φτώχειας, της κοινωνικής αδικίας και της εκμετάλλευσης. Έθετε «σαν κύριο στόχο της πολιτικής της, να αντικατασταθεί η σημερινή δομή της οικονομίας με την αφαίρεση της δύναμης του ντόπιου και ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου και των μεγαλοτσιφλικάδων για ν’ αρχίσει το χτίσιμο του σοσιαλισμού. Η σχεδιοποίηση θα παίξει σοβαρό ρόλο στη νέα οικονομία. Τα κεντρικά της όργανα … και οι αποφάσεις τους, παρμένες με δημοκρατικό τρόπο, θα έχουν εκτελεστικό χαρακτήρα.
 Η διαδικασία μετασχηματισμού της οικονομίας μας αρχίζει με τη δημιουργία ενός ισχυρού κρατικού τομέα, που θα αποτελείται από τις επιχειρήσεις που τώρα ανήκουν στο κράτος μαζί με εκείνες που θα απαλλοτριωθούν. Σαν ένα πρώτο μέτρο, θα κρατικοποιηθούν όλοι οι φυσικοί πόροι που βρίσκονται στα χέρια του ξένου κεφαλαίου και των ντόπιων μονοπωλίων, όπως τα μεγάλα ορυχεία χαλκού, σιδήρου και νιτρικού άλατος. Έτσι, αυτά που θα αποτελέσουν τον κρατικοποιημένο τομέα είναι τα ακόλουθα:
1.      Η μεγάλη μεταλλευτική βιομηχανία χαλκού, νιτρικού άλατος, ιωδίου, σιδήρου και γαιανθράκων
2.      Το χρηματοδοτικό σύστημα της χώρας, ιδιαίτερα οι ιδιωτικές τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες.
3.      Το εξωτερικό εμπόριο.
4.      Μεγάλες εταιρείες και μονοπώλια διανομής.
5.      Βιομηχανικά μονοπώλια στρατηγικής σημασίας.
6.      Γενικά, όλες οι δραστηριότητες που επηρεάζουν την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας, όπως η παραγωγή και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας, οι σιδηροδρομικές, αεροπορικές και θαλάσσιες μεταφορές, οι επικοινωνίες, η παραγωγή, διύλιση και διανομή του πετρελαίου και των υποπροϊόντων του, η μεταλλουργική βιομηχανία, το τσιμέντο, τα πετροχημικά και τα βαρέα χημικά, το χαρτί.
«Όλες αυτές οι απαλλοτριώσεις», σημείωνε το πρόγραμμα, «θα πραγματοποιηθούν με πλήρη προστασία των συμφερόντων του μικρού μετόχου»[9].


Β. Οι πολιτικές δυνάμεις

Διαφωτιστικός είναι και ο εσωτερικός της «Λαϊκής Ενότητας» συσχετισμός των δυνάμεων, όπως καταγράφηκε στις τοπικές εκλογές του 1971. Το Σοσιαλιστικό κόμμα έλαβε τότε 22,89%, το Κομμουνιστικό κόμμα 17,36%, το Ριζοσπαστικό κόμμα 8,18% και τα άλλα κόμματα της συμμαχίας από περίπου 1%[10].
Η βασική κοινωνική δύναμη στην οποία στηριζόταν η κυβέρνηση ήταν η εργατική τάξη. Από το 1961 η πλειοψηφία της διοίκησης της ενιαίας εργατικής συνομοσπονδίας (CUT) ήταν προσκείμενη στο Κομμουνιστικό κόμμα ενώ δεύτερη δύναμη ήταν το Σοσιαλιστικό κόμμα. Το 1970 στα συνδικάτα ήταν οργανωμένο το 25% των εργατών και υπαλλήλων. Μετά την εκλογή του Αλλιέντε ο ρυθμός ένταξης των εργαζομένων στα συνδικάτα αυξήθηκε εντυπωσιακά: από 3,4% αύξηση το 1971 ανήλθε σε 18,8% το πρώτο μόνο εξάμηνο του 1972[11]. Στις συνδικαλιστικές εκλογές του Μαϊου του 1972 αναδείχθηκε νέα ηγεσία της CUT: 18 συνδικαλιστές προέρχονταν από το Κομμουνιστικό κόμμα, 16 από το Σοσιαλιστικό, 16 από τη Χριστιανική Δημοκρατία και ένας από το MIR («Κίνημα της Επαναστατικής Αριστεράς»)[12].


Γ. Η πολιτική πρακτική

Η πολιτική πρακτική, η εφαρμογή του προγράμματος της «Λαϊκής Ενότητας» από την κυβέρνηση Αλλιέντε είναι το αποφασιστικό κριτήριο για τη φυσιογνωμία της. Πρώτιστα, πρέπει να σημειωθεί ότι η κυβέρνηση δεν ενέδωσε στις ποικιλόμορφες πιέσεις της εγχώριας αστικής τάξης και των ΗΠΑ για να μετατοπιστεί σε πρακτικές σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης της οικονομίας.
            Προχώρησε σε ένα τολμηρό πρόγραμμα εθνικοποιήσεων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, όπως προβλεπόταν στο πρόγραμμα και σε δραστικά μέτρα βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου του λαού. Εθvικoπoιήθηκε o χαλκός, πoυ τoν εκμεταλλεύovταv ως τότε oι πoλυεθvικές των ΗΠΑ. Μέσα στα πρώτα δυo χρόvια διακυβέρvησης oι εθvικoπoιήσεις περιέλαβαv πoλλoύς άλλoυς καίριoυς κλάδoυς της oικovoμίας όπως τα μεταλλoυργεία, τα oρυχεία σιδηρoμεταλλεύματoς και vίτρoυ, τα εργoστάσια τσιμέvτoυ, τηv κλωστoϋφαvτoυργία, τηv παραγωγή και διαvoμή ηλεκτρικoύ ρεύματoς καθώς και τις τράπεζες.
            Ο δημόσιoς τoμέας της oικovoμίας παρήγαγε στα τέλη τoυ 1972 περισσότερo από τo 50% τoυ ακαθάριστoυ βιoμηχαvικoύ πρoϊόvτoς. Το ποσοστό παραγωγής στην ιδιοκτησία του δημοσίου στους διάφορους κλάδους της οικονομίας ήταν: τρόφιμα 21%, ποτά 26%, υφάσματα 52%, ένδυση 2%, έπιπλα 2%, ελαστικά 67%, μη μεταλλικά ορυκτά 64%, βασικά μέταλλα 53%, πετρελαιοειδή 100%. Συvoλικά η βιoμηχαvική παραγωγή αυξήθηκε με γρηγoρότερoυς ρυθμoύς μετά το 1970[13].
            Οι εργάτες συμμετείχαv στη διoίκηση τωv εργoστασίωv, κυρίως τωv εθvικoπoιημέvωv. Ωστόσο, το επίπεδο συμμετοχής δεν θεωρούνταν πάντοτε ικανοποιητικό. Από τις 320 εθνικοποιημένες επιχειρήσεις το σύστημα της εργατικής συμμετοχής λειτουργούσε επίσημα στις 170 ενώ μόνο σε 35 υπήρξε αποφασιστική συμμετοχή των εργαζομένων[14].
            Ως αποτέλεσμα των παραπάνω πολιτικών, τα συμφέροντα του εγχώριου και αλλοδαπού μονοπωλιακού κεφαλαίου επλήγησαν σοβαρά. Αντίθετα, τo πραγματικό εισόδημα τωv εργαζoμέvωv αυξήθηκε σημαvτικά. Ο πραγματικός μισθός στο πρώτο έτος διακυβέρνησης αυξήθηκε κατά 20%. Η αvεργία έπεσε από τo 8,8% στo 3%. Η παιδική θvησιμότητα μειώθηκε κατά 20,1%. Για πρώτη φoρά στηv ιστoρία της χώρας δημιoυργήθηκε καθoλικό υγειovoμικό σύστημα. Θεαματική πρόoδoς σημειώθηκε στηv καταπολέμηση τoυ αvαλφαβητισμoύ και στην ανάπτυξη της δημόσιας εκπαίδευσης.
            Η απαλλoτρίωση τωv τσιφλικιώv πρoχώρησε. Μέσα στους τέσσερεις πρώτους μήνες η κυβέρνηση είχε απαλλοτριώσει τόση γη όση είχαν απαλλοτριώσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις σε έξι χρόνια. Χιλιάδες αγρότες πήραv γη και άρχισαv vα συγκρoτoύvται συvεταιρισμoί. Η κατάσταση των αγροτών και τωv ιθαγεvώv ιvδιάvωv βελτιώθηκε αισθητά[15].


            3. Το ζήτημα της εξουσίας

            Ωστόσο, η κυβέρνηση Αλλιέντε δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει το οικονομικό σαμποτάζ που εξαπολύθηκε από τις ΗΠΑ και την εγχώρια αστική τάξη το οποίο έλαβε τέτοια έκταση ώστε πολλοί έκαναν λόγο για ένα «σιωπηλό Βιετνάμ»[16]. Αυτό είχε σαν συνέπεια, από το 1972, να σημειωθεί διαταραχή της τροφοδοσίας της αγοράς, γεγονός που επέφερε κάποια κάμψη της επιρροής της κυβέρνησης. Ωστόσο, η επιρροή της παρέμενε σε πολύ υψηλά επίπεδα. Στις βουλευτικές εκλογές αυτού του έτους έλαβε 43,4%, πολύ παραπάνω από το 36,3% που είχε λάβει ο Αλλιέντε στις προεδρικές εκλογές του 1970 αλλά λιγότερο από το 50,8% που είχαν λάβει τα κόμματα της Λαϊκής Ενότητας στις δημοτικές εκλογές του 1971.
            Το εξωτερικό οικονομικό σαμποτάζ πήρε κυρίως τη μορφή της διακοπής δανειοδότησης της χώρας, της μη παράδοσης μηχανημάτων, ανταλλακτικών, πρώτων υλών  και εμπορευμάτων, της πτώσης της τιμής του χαλκού στη διεθνή αγορά, της αμφισβήτησης των εθνικοποιήσεων των πολυεθνικών που λυμαίνονταν το χαλκό ενώπιον δικαστηρίων τρίτων χωρών[17]. Ιδιαίτερο βάρος για την οικονομία της χώρας αποτελούσε το χρέος που είχαν συσσωρεύσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις της ολιγαρχίας και που ξεπερνούσε τα 4 δις δολάρια[18]. Όλα αυτά θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπιστεί καλύτερα αν η κυβέρνηση Αλλιέντε είχε προχωρήσει πιο τολμηρά στην ανάπτυξη των οικονομικών της σχέσεων με τα σοσιαλιστικά κράτη και είχε αρνηθεί να πληρώσει το χρέος όπως είχαν πράξει και άλλα τριτοκοσμικά κράτη.
            Το εσωτερικό οικονομικό σαμποτάζ πήρε ιδίως τη μορφή της απόκρυψης εμπορευμάτων και ειδών πρώτης ανάγκης και της απεργίας των ιδιοκτητών φορτηγών. Στις περιπτώσεις αυτές απαιτούνταν να επεκταθεί και να βαθύνει ο εργατικός και λαϊκός έλεγχος στην οικονομική δραστηριότητα που θα εξασφάλιζε την καταγραφή και διανομή των εμπορευμάτων. Ο έλεγχος της οικονομίας δεν μπορούσε να επιτευχθεί από την εχθρική ή έστω αδιάφορη κρατική γραφειοκρατία[19].
            Στον τομέα των πολιτικών αλλαγών η κυβέρνηση Αλλιέντε επέδειξε δισταγμό να εφαρμόσει το πρόγραμμά της. Η εφαρμογή του βέβαια δεν μπορούσε να γίνει χωρίς υπολογισμό του συσχετισμού των δυνάμεων. Με αυτή την έννοια, το 1971, όταν τα μέτρα της κυβέρνησης είχαν ανεβάσει το κύρος της στο λαό, ίσως ήταν η κατάλληλη στιγμή για επιτάχυνση των περιλαμβανομένων στο πρόγραμμα πολιτικών αλλαγών. Τη χρονιά αυτή ο ενθουσιασμός του λαού βρισκόταν στο απόγειο. Αυτό το κλίμα εξάλλου αξιοποίησε η κυβέρνηση για να επιβάλλει, με σχεδόν σαρωτικό ρυθμό, τις εθνικοποιήσεις.
            Δεν συνέβη το ίδιο με τις πολιτικές αλλαγές. Πραγματοποιήθηκαν βέβαια βήματα στην κατεύθυνση αυτή αλλά πιο περιορισμένα. Δεν αξιοποιήθηκε η λαϊκή ενεργητικότητα για την καθιέρωση θεσμών όπως οι λαϊκές συνελεύσεις, η δυνατότητα ανάκλησης των κάθε είδους αντιπροσώπων κλπ, που περιλαμβάνονταν εξάλλου στο πρόγραμμα της «Λαϊκής Ενότητας».

           
            Ειδικότερα η στρατιωτική πολιτική

            Οι πολιτικές αλλαγές έπρεπε να περιλαμβάνουν οπωσδήποτε το στράτευμα και την αστυνομία με την απομάκρυνση των φασιστικών, φιλοϊιμπεριαλιστικών και φιλομονοπωλιακών στοιχείων, το ριζοσπαστικό εκδημοκρατισμό των δομών ή και την κατάργηση κάποιων από αυτές και, κυρίως, την εισαγωγή του εργατικού και λαϊκού παράγοντα με τη μορφή της πολιτοφυλακής. Η κυβέρνηση είχε ερείσματα και στις ένοπλες δυνάμεις που μπορούσε να τα αξιοποιήσει. Λίγο πριν το πραξικόπημα, όταν η επιρροή της κυβέρνησης είχε σχετικά φθαρεί, υπολογίζεται ότι το 40% των στρατηγών ήταν με το μέρος του Αλλιέντε[20]. Πολύ μεγαλύτερη επιρροή είχε βεβαίως στους κατώτερους και μεσαίους αξιωματικούς.
Στη στρατιωτική πολιτική της κυβέρνησης Αλλιέντε συνοψίστηκαν οι αντιφάσεις και τα προβλήματά της. Η «Λαϊκή Ενότητα», τόσο πριν όσο και μετά την εκλογική της νίκη, επικέντρωσε την προσοχή της στη διεύρυνση της επιρροής της στο προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων είτε με τη μορφή της προσέλκυσης στο πολιτικό της πρόγραμμα είτε με τη μορφή της ουδετεροποίησης και της εξασφάλισης τήρησης της νομιμότητας[21]. Ο κρατικός μηχανισμός δεν είναι μόνο το προσωπικό του. Είναι ιδίως δομές, κοινωνικο-οικονομικές και ιδεολογικο-πολιτικές σχέσεις και συμφέροντα. Οποιαδήποτε παρέμβαση, για να είναι ουσιαστική, πρέπει να θίγει και αυτές τις παραμέτρους.
Επομένως η πολιτική της «Λαϊκής Ενότητας» ήταν ορθή αρχικά, δηλαδή πριν την εκλογική νίκη και αμέσως μετά από αυτήν, όταν ο συσχετισμός των δυνάμεων δεν ευνοούσε πιο ριζοσπαστικά μέτρα. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι το 1970 η «Λαϊκή Ενότητα» απέσπασε οριακά τη σχετική πλειοψηφία με το 36,3% των ψήφων έναντι 35% του δεξιού Εθνικού Κόμματος και 27,8% των Χριστιανοδημοκρατών.
Αλλά, τουλάχιστον από ένα σημείο και μετά, η πολιτική αυτή ήταν ανεπαρκής. Ο συσχετισμός των δυνάμεων βελτιώθηκε για την κυβέρνηση το 1971, όπως έδειξαν και τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών. Στο σημείο εκείνο ήταν ίσως δυνατή η έναρξη τολμηρών παρεμβάσεων στους πολιτικούς θεσμούς και κυρίως στο στράτευμα, στη λογική που προαναφέρθηκε. Στο βαθμό που ο συσχετισμός των δυνάμεων το επέτρεπε, οι αλλαγές αυτές έπρεπε να γίνουν, είτε εντός του ισχύοντος συνταγματικού και νομικού πλαισίου είτε εκτός. Λόγω των εκλογικών συσχετισμών το 1971 θα μπορούσαν να γίνουν ακόμη και νομότυπα προκειμένου να διευρυνθεί η νομιμοποιητική τους βάση. Υποστηρίχθηκε ότι τη χρονιά εκείνη ο πρόεδρος Αλλιέντε θα μπορούσε, όπως είχε δικαίωμα από το Σύνταγμα, να διαλύσει τη Βουλή (όπου δεν είχε πλειοψηφία), να προκηρύξει εκλογές και να υιοθετήσει νέο Σύνταγμα[22].
Στο εσωτερικό της κυβέρνησης Αλλιέντε υπήρξε ταλάντευση για ένα τέτοιο ποιοτικό άλμα μπροστά. Άλλοι δεν υπολόγισαν ορθά το συσχετισμό και τη συγκυρία στην οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί αυτό, άλλοι ταλαντεύονταν, άλλοι δεν επιθυμούσαν μια τέτοια ριζοσπαστικοποίηση. Η κυβέρνηση Αλλιέντε πραγματοποίησε τα πρώτα βήματα στο διάστημα 1970-1972 αλλά στη συνέχεια ο βηματισμός της έμεινε μετέωρος και, κατά συνέπεια, κατέστη ευάλωτη. Αν πραγματοποιούνταν το άλμα αυτό, υπήρχε σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας και κατάκτησης της κρατικής εξουσίας από την εργατική τάξη και το λαό. Αυτό το τελευταίο δεν είναι βέβαιο.
Η επιλογή των δραστικών παρεμβάσεων στις ένοπλες δυνάμεις θα μπορούσε να είχε ακολουθηθεί και αργότερα, το 1972, με λιγότερο ευνοϊκό συσχετισμό δυνάμεων, όταν πλέον οι δολοφονικές και τρομοκρατικές επιθέσεις της ακροδεξιάς και οι συνωμοσίες στο στράτευμα βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη και ήταν ολοφάνερο ότι το πραξικόπημα πλησίαζε. Η πολιτική του κατευνασμού στη συγκυρία αυτή ήταν απολύτως αδιέξοδη. Η προώθηση ριζοσπαστικών αλλαγών θα βασιζόταν στο πρόσθετο επιχείρημα της υπεράσπισης της νομιμότητας που ολοφάνερα πια υπονομευόταν από τα αντιδραστικά και φασιστικά στοιχεία υπό την καθοδήγηση των ΗΠΑ. Είναι πιθανό βέβαια ότι θα ακολουθούσε ένα μακρόχρονος εμφύλιος πόλεμος με άδηλη κατάληξη. Ο εσωτερικός και διεθνής συσχετισμός των δυνάμεων θα έκριναν σε κάθε περίπτωση το τελικό αποτέλεσμα.
Δεν είναι άλλωστε τυχαία η στιγμή που εκδηλώθηκε το πραξικόπημα. Οι αντιδραστικές δυνάμεις εκτίμησαν ότι η πολιτική επιρροή της «Λαϊκής Ενότητας» δεν θα φθίνει, παρά το οικονομικό σαμποτάζ και την τρομοκρατία. Δεν προσδοκούσαν επίσης ότι θα ρυμουλκούσαν την κυβέρνηση στη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση. Αντίθετα, ανησυχούσαν ότι στο εσωτερικό της κυβέρνησης θα ενισχυόταν η άποψη που υποστήριζε την περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση. Η 11η Σεπτεμβρίου, ημέρα που εκδηλώθηκε τελικά το πραξικόπημα, ήταν η ημέρα που ο πρόεδρος Αλλιέντε θα εξήγγειλε δημοψήφισμα, βάσει του άρθρου 109 του Συντάγματος. Αντικείμενο του δημοψηφίσματος θα ήταν η υιοθέτηση μιας ευρείας αναθεώρησης του Συντάγματος[23]. Η ενέργεια αυτή πιθανότατα θα απελευθέρωνε το ριζοσπαστικό δυναμικό της «Λαϊκής Ενότητας» και θα έθετε στην ημερήσια διάταξη θέματα πιο προωθημένα από το ίδιο το σχέδιο Συντάγματος. Έτσι, οι αντιδραστικές δυνάμεις αποφάσισαν να μην περιμένουν περισσότερο.


4. Συμπεράσματα για τη μαρξιστική θεωρία του κράτους

Η ανάδειξη της κυβέρνησης Αλλιέντε επιβεβαίωσε ουσιαστικά τις αναλύσεις του 4ου συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Τις επιβεβαίωσε και με τις επιτυχίες της και με την ανατροπή της. Το συνέδριο διεξήχθη το 1922 και, ανάμεσα σε άλλα, διατύπωσε τη θέση ότι στις συνθήκες αστικής δημοκρατίας υπάρχει δυνατότητα ανάδειξης ριζοσπαστικών και επαναστατικών δυνάμεων στην κυβέρνηση. Το συνέδριο εκτιμούσε ότι αυτό μπορεί να γίνει όχι οποτεδήποτε αλλά μόνο σε συνθήκες ιδιαίτερης ανόδου των λαϊκών αγώνων. Μια τέτοια κυβέρνηση μπορεί «να προκύψει και με βάση το κοινοβούλιο, αλλά σε στενή σχέση με τον επαναστατικό αγώνα κατά της αστικής τάξης, μόνο στην πορεία της μαζικής πάλης, στηριζόμενη στις μάζες και δυναμώνοντας το επαναστατικό κίνημα»[24]. Η εργατική κυβέρνηση «δεν είναι ακόμα δικτατορία του προλεταριάτου» ούτε αποτελεί «μια αναγκαία μεταβατική μορφή» μπορεί να αποτελέσει όμως «μια αφετηρία για την κατάκτηση» της εξουσίας από την εργατική τάξη[25].
Η ανάλυση της Διεθνούς βασιζόταν στη μαρξιστική λενινιστική θεωρία του κράτους, πολύ περισσότερο που ο Λένιν ήταν παρών στο 4ο αυτό συνέδριό της. Τα θεωρητικά θεμέλια της ανάλυσης ήταν: Πρώτο, ο ταξικός χαρακτήρας του αστικού κράτους είναι σε κάθε περίπτωση δεδομένος. Για την κατάργηση των εκμεταλλευτικών καπιταλιστικών σχέσεων απαιτείται η σοσιαλιστική επανάσταση που θα καταργήσει το αστικό κράτος και θα το αντικαταστήσει από την εργατική εξουσία. Δεύτερο, η αντανάκλαση του συσχετισμού των δυνάμεων δεν αποκλείει, σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας, να βρει έκφραση στο επίπεδο της κυβέρνησης. Ακόμη κι έτσι, όμως, δεν μεταβάλλεται ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους. Τρίτο, οι όποιες μεταρρυθμίσεις, αλλαγές και μετασχηματισμοί πρέπει να οδηγήσουν στην καταστροφή των δομών της αστικής κρατικής εξουσίας και στη δημιουργία νέων.
Στο κλασικό έργο του Κράτος και επανάσταση, όπως και παντού αλλού στο έργο του, ο Λένιν υπογράμμιζε ότι ο ριζικός εκδημοκρατισμός «συνδέεται με το ζήτημα ότι σε μια ορισμένη βαθμίδα της εξέλιξής της η δημοκρατία, πρώτο, συσπειρώνει το προλεταριάτο, την επαναστατική τάξη, ενάντια στον καπιταλισμό και της δίνει τη δυνατότητα να τσακίσει … την αστική, έστω και δημοκρατική-αστική, κρατική μηχανή… Εδώ η «ποσότητα περνάει στην ποιότητα». Ο τέτοιος βαθμός δημοκρατισμού συνδέεται με το ξεπέρασμα των πλαισίων της αστικής κοινωνίας, με την έναρξη του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της. Αν πραγματικά όλοι θα συμμετέχουν στη διακυβέρνηση του κράτους, ο καπιταλισμός δεν θα μπορεί πια να κρατηθεί»[26]. Όπως τόνιζε συχνά ο Λένιν, «η κυριαρχία της αστικής τάξης δεν συμβιβάζεται με τον αληθινά επαναστατικό, τον αληθινό δημοκρατισμό»[27]. «…Σ’ ένα πραγματικά επαναστατικό-δημοκρατικό κράτος ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός σημαίνει αναπότρεπτα και αναπόφευκτα ένα βήμα ή μάλλον βήματα προς το σοσιαλισμό»[28]. Ένα από τα καθοριστικά ζητήματα στη διαδικασία αυτή είναι η δημιουργία λαϊκής πολιτοφυλακής[29] καθώς και θεσμών ουσιαστικής συμμετοχής των εργαζομένων που διακρίνονται για τα αμεσοδημοκρατικά στοιχεία, την πλήρη αιρετότητα και ανακλητότητα των αντιπροσώπων, τον έλεγχο από τα κάτω[30].
Οι προγραμματικές θέσεις της «Λαϊκής Ενότητας» δείχνουν ότι η κυβέρνηση αυτή αποτελούσε ένα είδος «εργατικής κυβέρνησης» αναδεδειγμένης σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας, σύμφωνα με τις αναλύσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Η τελευταία υπογράμμιζε ότι «στα καθήκοντα της εργατικής κυβέρνησης, που δεν έχει γίνει ακόμα κυβέρνηση της προλεταριακής διχτατορίας, ανήκαν ο εξοπλισμός της εργατικής τάξης, ο αφοπλισμός των αστικών αντεπαναστατικών οργανώσεων, η εφαρμογή ελέγχου στην παραγωγή, η μεταβίβαση του κυριότερου βάρους των φόρων στις τάξεις των πλουσίων και η κατάπνιξη της αντίστασης της αντεπανάστασης. Η συνεπής εφαρμογή αυτών των μέτρων, θα συνέβαλλε στην επαναστατική διαπαιδαγώγηση των εργαζομένων και στη συσπείρωσή τους γύρω από το κομμουνιστικό κόμμα, και θα μπορούσε να προετοιμάσει το πέρασμα στη σοσιαλιστική επανάσταση»[31]. «Αλλά μόλις η εργατική κυβέρνηση θα αρχίσει να εφαρμόζει το πρόγραμμά της και θα είναι υποχρεωμένη να αποκρούει την απειλή κατά της ύπαρξής της από μέρους της αστικής τάξης, τη στιγμή αυτή θα αναγκαστεί να συντρίψει τον αστικό κρατικό μηχανισμό και να δημιουργεί τον δικό της, τον προλεταριακό»[32].
Η ανάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς αποδείχθηκε και στο ζήτημα αυτό απολύτως ορθή. Μόλις η κυβέρνηση της «Λαϊκής Ενότητας» άρχισε να εφαρμόζει το πρόγραμμά της, το οποίο μάλιστα στο οικονομικό επίπεδο ήταν πιο προχωρημένο από την επιβολή εργατικού ελέγχου στην παραγωγή, η εγχώρια άρχουσα τάξη, ο ιμπεριαλισμός και το αστικό κράτος εξαπέλυσαν την ένοπλη καταστολή που κορυφώθηκε με το πραξικόπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1973. Οι ταλαντεύσεις και οι κακοί υπολογισμοί των δυνάμεων της «Λαϊκής Ενότητας» αποδείχθηκαν μοιραίοι.



[1]               Βλ. Χιλή 1970-1975 (πέντε χρόνια αγώνες ενάντια στον ιμπεριαλισμό και την εσωτερική αντίδραση), εκδ. ΚΝΕ, 1975.
[2]               Για την προσωπικότητα του Σ. Αλλιέντε βλ. ιδίως το κεφάλαιο «Συνομιλίες με τον Αλλιέντε» στο Ρ. Ντεμπρέ, Ο δρόμος της Χιλής, Αθήνα, εκδ. Μνήμη, χ.χρ., σελ. 61 επ.
[3]               Βλ. διεξοδικότερα Δ. Καλτσώνης, Η κυβέρνηση της «Λαϊκής Ενότητας» στη Χιλή 1970-1973, ηλεκτρονική έκδοση Εργατικός Αγώνας, 2012, σελ. 5-7.
[4]               Βλ. διεξοδικότερα Δ. Καλτσώνης, Η κυβέρνηση της «Λαϊκής Ενότητας» στη Χιλή 1970-1973, οπ.π., σελ. 35 επ.
[5]               Βλ. S. Allende, Abriran las grandes alamedas (discursos), Santiago de Chile, LOM ediciones, 2003, σελ. 5 επ.
[6]               Για την προβληματική αυτή βλ. το κεφάλαιο «Κυβέρνηση και κρατική εξουσία» στο. Δ. Καλτσώνης, Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας (κράτος και δίκαιο στη Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2009, σελ. 35 επ.
[7]               Για το πρόγραμμα της «Λαϊκής Ενότητας» βλ. Βλ. Χιλή 1970-1975 (πέντε χρόνια αγώνες ενάντια στον ιμπεριαλισμό και την εσωτερική αντίδραση), εκδ. ΚΝΕ, 1975 και Programa de la Unidad Popular, προσβάσιμο στο http://www.abacq.net/imagineria/frame5.htm.
[8]               Βλ. Χιλή 1970-1975 (πέντε χρόνια αγώνες ενάντια στον ιμπεριαλισμό και την εσωτερική αντίδραση), εκδ. ΚΝΕ, 1975 και Programa de la Unidad Popular, προσβάσιμο στο http://www.abacq.net/imagineria/frame5.htm.
[9]               Βλ. Χιλή 1970-1975 (πέντε χρόνια αγώνες ενάντια στον ιμπεριαλισμό και την εσωτερική αντίδραση), εκδ. ΚΝΕ, 1975 και Programa de la Unidad Popular, προσβάσιμο στο http://www.abacq.net/imagineria/frame5.htm.
[10]             Βλ. Π. Σουήζυ – Χ. Μάγκντοφ, Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Χιλή, Αθήνα, εκδ. Καρανάση, 1983, σελ. 75.
[11]             Βλ. F. Gaudichaud, “Construyendo Poder Popular: El movimiento sindical, la CUT y las luchas obreras en el periodo de la Unidad Popular”, στον τόμο J. Pinto Vallejos, Cuando hicimos historia (la experiencia de la Unidad Popular), Santiago de Chile, LOM, 2005, σελ. 81 επ.
[12]             Βλ. M. Amoros, “El Partido Comunista de Chile y el gobierno de Salvador Allende”, Mundo Obrero, 5/9/2003.
[13] Βλ. Π. Σουήζυ – Χ. Μάγκντοφ, Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Χιλή, οπ.π., σελ. 80 επ., 151.
[14] Βλ. Π. Σουήζυ – Χ. Μάγκντοφ, Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Χιλή, οπ.π., σελ. 172.
[15]             Βλ. Π. Σουήζυ – Χ. Μάγκντοφ, Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Χιλή, οπ.π., σελ. 160.
[16]             Τη φράση αυτή χρησιμοποίησε πρώτα ο ποιητής Πάβλο Νερούδα για να την επαναλάβει ο Αλλιέντε στην ομιλία του στον ΟΗΕ, βλ. P. Kalfon, Allende, Biarritz, ed. Atlantica, 1998, σελ. 196 επ.
[17]             Βλ. αναλυτικά συγκεκριμένα στοιχεία που κατέθεσε στην ομιλία του ο Αλλιέντε στον ΟΗΕ το 1972, στο  S. Allende, Abriran las grandes alamedas (discursos), οπ.π., σελ. 25 επ.
[18]Βλ. Fidel Castro, Discurso pronunciado en la concentración por el X Aniversario de los CDR, efectuada en la Plaza de la revolución el 28 de septiembre de 1970, http://www.cuba.cu/gobierno/discursos/1970/esp/f280970e.html.
[19]Βλ. διεξοδικότερα Δ. Καλτσώνης, Η κυβέρνηση της «Λαϊκής Ενότητας» στη Χιλή 1970-1973, οπ.π., σελ. 55 επ.
[20]             Βλ Π. Σουήζυ – Χ. Μάγκντοφ, Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Χιλή, οπ.π., σελ. 206.
[21]             Βλ. V. Valdivia Ortiz de Zarate, «Unidad Popular y Fuerzas Armadas» στον τόμο J. Pinto Vallejos, Cuando hicimos historia (la experiencia de la Unidad Popular), οπ.π., σελ. 177 επ.
[22]             Βλ. διεξοδικότερα Δ. Καλτσώνης, Η κυβέρνηση της «Λαϊκής Ενότητας» στη Χιλή 1970-1973, οπ.π., σελ. 51-53 και P. Kalfon, Allende, οπ.π., σελ. 109.
[23]             Βλ. S. Allende, Un Estado democratico y soberano: mi propuesta a pos chilenos, ed. Centro de Estudios Politicos Simon Bolivar y de la Fundacion Presidente Allende (Espana).
[24]             Βλ. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, χ.χρ., σελ. 175-176 και τον τόμο 3η Διεθνής, Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, (Θέσεις, αποφάσεις, μανιφέστα), Αθήνα, εκδ. Εργατική πάλη, χ.χρ., σελ. 396-398.
[25]             Βλ. διεξοδικότερα ΔΚ, «Από την ιστορία της Κομμουνιστικής Διεθνούς: το ζήτημα της εργατικής κυβέρνησης», http://ergatikosagwnas.gr/EA/index.php/2012-02-04-20-01-31/694-2013-02-18-13-05-08.
[26]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 100.
[27]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η καταστροφή που μας απειλεί και πως πρέπει να την καταπολεμήσουμε», Άπαντα, τ. 34, σελ. 190.
[28]             Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η καταστροφή που μας απειλεί και πως πρέπει να την καταπολεμήσουμε», Άπαντα, τ. 34, σελ. 191, 194. Την ίδια ακριβώς διατύπωση χρησιμοποίησε ο Λένιν και αργότερα, βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για τα «αριστερά» παιδιαρίσματα και το μικροαστισμό», Άπαντα, τ. 36, σελ. 302. Παρόμοια ανάλυση συναντάται και νωρίτερα στο Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 36, σελ. 70 όπου έγραφε: «η λαοκρατική δημοκρατία είναι η πιο κοντινή πρόσβαση προς τη δικτατορία του προλεταριάτου».
[29]             «Μια τέτια πολιτοφυλακή θα αποτελούνταν κατά 95% από εργάτες και αγρότες, θα έκφραζε πραγματικά τη σκέψη και τη θέληση, τη δύναμη και την εξουσία της τεράστιας πλειοψηφίας του λαού… Μια τέτια πολιτοφυλακή θα μετάτρεπε τη δημοκρατία από όμορφη ταμπέλα που σκεπάζει την υποδούλωση και τον εμπαιγμό του λαού από τους καπιταλιστές, σε πραγματική διαπαιδαγώγηση των μαζών για τη συμμετοχή τους σε όλες τις κρατικές υποθέσεις» βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμματα από μακριά», Άπαντα, τ. 31, σελ. 43.
[30] Βλ. ΔΚ, «Ο Λένιν για την αναγκαιότητα των μεταβατικών αιτημάτων», http://ergatikosagwnas.gr/EA/index.php/2012-02-04-20-06-29/663-2013-01-29-17-53-27 και την εκεί παραπεμπόμενη βιβλιογραφία.
[31]             Βλ. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς, οπ.π., σελ. 175-176 και τον τόμο 3η Διεθνής, Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, (Θέσεις, αποφάσεις, μανιφέστα), οπ.π., σελ. 396-398.
[32]             Βλ. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς, οπ.π., σελ. 192.

Αναζήτηση στο ιστολόγιο