Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Γιώργου Κατρούγκαλου, Παιχνίδια με την δικαιοσύνη και την δημοκρατία


Σε όλες τις χώρες οι ισχυροί της εξουσίας θέλουν να έχουν προνομιακούς διαύλους επικοινωνίας με την δικαιοσύνη, εντός και εκτός της νομιμότητας. Δεν αντιμετωπίζονται, όμως, παντού με τον ίδιο τρόπο. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, μόλις οι ανακριτές που διερευνούσαν την ανάμειξη Σαρκοζύ σε οικονομικά σκάνδαλα αντιλήφθηκαν ότι ο πρώην Πρόεδρος γνώριζε, λόγω διαρροών, απόρρητα στοιχεία της διαδικασίας, έσπευσαν να παγιδεύσουν τα τηλέφωνα του και τα τηλέφωνα του δικηγόρου του, για να εντοπίσουν τον ένοχο.
Στην δική μας χώρα, αντιθέτως, οι δικαστικές διαρροές έχουν γίνει τμήμα της πολιτικής καθημερινότητας. Το απόρρητο της προανάκρισης είναι το πιο σύντομο δικαστικό ανέκδοτο. Τα έγγραφα, πάντως, της ποινικής δικογραφίας μπορεί να γίνονται φεϊγβολάν από πολλές πηγές, με συνηθέστερο ύποπτο τους δικηγόρους υπεράσπισης. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο για τις διαρροές από την διάσκεψη των δικαστηρίων, όπου κανείς άλλος εκτός από τους δικαστές δεν έχει πρόσβαση. Σύμφωνα με το άρθρο 251 του Ποινικού Κώδικα («Παραβίαση του δικαστικού απορρήτου») όποιος δημοσιοποιεί ή μεταφέρει πληροφορίες για δικαστικές αποφάσεις που δεν έχουν ακόμη εκδοθεί, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.
Και όμως, το τελευταίο διάστημα, οι «διαρροές» αποφάσεων με σημαντικό πολιτικό αντίκτυπο, ιδίως από το Συμβούλιο της Επικρατείας, αποτελούν τον κανόνα, με τελευταίο κρούσμα την προαναγγελία της απόφασης για την ΕΡΤ. Το κακό ξεκίνησε από την ανακοίνωση, καλοκαίρι του 2011, στο αποκορύφωμα της εξέγερσης των πλατειών και παραμονές της ψήφισης του μεσοπρόθεσμου μνημονιακού προγράμματος, ότι η Ολομέλεια έκρινε συνταγματικό το πρώτο μνημόνιο. Προφανώς δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίος ο χρόνος και η σκοπιμότητα της ανακοίνωσης μιας παρόμοιας απόφασης, η δημοσίευση της οποίας έγινε πολλούς μήνες μετά, το 2012. 
 Η καθιερωμένη πλέον αυτή πρακτική εμπλέκει το καλύτερο δικαστήριο που έχουμε σε ένα πολιτικό παιχνίδι που λερώνει το κύρος του και υπονομεύει την ουδετερότητα και την αξιοπιστία του. (Προφανώς δεν γίνεται λιγότερο απαράδεκτη η τακτική αυτή επειδή, ενίοτε, διαρρέονται και αποφάσεις «αντιμνημονιακές», όπως αυτή για τις αποδοχές των ενστόλων.) Σε συνδυασμό δε με την εξίσου απαράδεκτη καθυστέρηση έκδοσης αποφάσεων επί υποθέσεων με αυτόχρημα πολιτικό και κατεπείγοντα χαρακτήρα, όπως η επιστράτευση των απεργών του Μετρό και της εκπαίδευσης, αποκτά εκρηκτικό χαρακτήρα.
Ακόμη πιο επικίνδυνα φαίνεται να είναι τα παιχνίδια που επιχειρεί η κυβέρνηση να παίξει με τον Άρειο Πάγο σε σχέση με τη Χρυσή Αυγή. Εδώ τον πρώτο ρόλο έχουν αναλάβει, ως φερέφωνα, οι συστημικές εφημερίδες, οι οποίες ήδη ανακοινώνουν, ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, την επικείμενη απαγόρευση λειτουργίας του νεοφασιστικού κόμματος ή τη μη αναγόρευση υποψηφίων του λόγω των ποινικών διώξεων σε βάρος της ηγεσίας του. Κάτι τέτοιο, όμως, αποκλείεται απολύτως από το Σύνταγμα μας, το οποίο δεν επιτρέπει να τεθεί κόμμα εκτός νόμου. Ακόμη και όσοι (λίγοι) συνταγματολόγοι έχουν διατυπώσει αντίθετη άποψη, τη συνδέουν με μεταρρύθμιση του υφιστάμενου συνταγματικού ή νομικού πλαισίου που είτε θα προβλέπει πρόσθετα κωλύματα εκλογιμότητας (π.χ. παραπομπή με αμετάκλητο βούλευμα για κακούργημα) είτε νέα αρμοδιότητα του Α’ Τμήματος του Αρείου Πάγου ως προς τη διερεύνηση της ειλικρίνειας της προβλεπόμενης δήλωσης συμμόρφωσης προς το Σύνταγμα που υποβάλλει η ηγεσία των κατερχόμενων στις εκλογές κομμάτων.
Όπως έχει σήμερα η κατάσταση, η αρμοδιότητα του Α΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου να ανακηρύττει τις κομματικές υποψηφιότητες είναι καθαρά διοικητική, όχι δικαστική. Με απλά λόγια, δηλαδή, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει το ζήτημα της συμφωνίας ή όχι της δράσης ενός κόμματος με το Σύνταγμα, απλώς ελέγχει εάν έχουν κατατεθεί εκ μέρους του τα προβλεπόμενα από το νόμο δικαιολογητικά. Αλλοίμονο, άλλωστε, εάν το μείζον θέμα της απαγόρευσης λειτουργίας κόμματος μπορούσε να κριθεί με συνοπτικές διαδικασίες. Όπου συνταγματικά προβλέπεται παρόμοια δικαστική αρμοδιότητα, οι σχετικές δίκες κρατούν χρόνια. (Από το 1951 έως το 1956 συζητούσε το –ταχύ στην εκδίκαση, γενικά- Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας την απαγόρευση του κομμουνιστικού κόμματος.)
Η πολιτική δράση της Χρυσής Αυγής πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη σύγκρουση των ιδεών και την κοινωνική της απομόνωση, όχι με τον εισαγγελέα. (Άλλο, φυσικά, το ζήτημα να τιμωρηθούν παραδειγματικά οι εγκληματικές πράξεις μελών και στελεχών της). Οι μεθοδεύσεις απαγόρευσης της δεν βλάπτουν  την ίδια, αλλά την Δημοκρατία. Βεβαίως, κάτι τέτοιο δεν προβληματίζει τους κύκλους της Νέας Δημοκρατίας που προωθούν τα σενάρια αυτά, με προφανή μικροκομματική σκοπιμότητα να προσεταιριστούν τους άστεγους ψηφοφόρους της. Άλλωστε οι ίδιοι είναι αυτοί που έχουν ενσωματώσει στη ρητορική τους σχεδόν ολόκληρη την ακροδεξιά της  ατζέντα.


Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, 11/3/2014

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Σεμινάριο Κράτος και δίκαιο στον 21ο αιώνα

ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
ΣΧΟΛΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ
 «ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ»
Αίθουσα  B1, ώρα 8:00 μμ

Πρόγραμμα  διαλέξεων 2013-2014

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014
Γένεση και παρακμή του πρώτου Συντάγματος της ΛΔ Κίνας (1954)
Δημήτρης Καλτσώνης, επ. καθηγητής θεωρίας Κράτους και δικαίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014
Η γεωστρατηγική άνοδος της Κίνας
Κώστας Γρίβας, διδάσκων στο Τμήμα Τουρκικών και Ασιατικών Σπουδών και στη Σχολή Ευελπίδων

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014
Το περιεχόμενο και ο τρόπος πρόσβασης στο σοσιαλιστικό μισο-κράτος
Γιώργος Ρούσης, καθηγητής Πολιτικής θεωρίας

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014
Το εργασιακό περιβάλλον μετά τα Μνημόνια
Γιάννης Κουζής, καθηγητής Εργασιακών σχέσεων, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014
Μεταλλαγές στην κοινωνική διαστρωμάτωση της Ελλάδας 1981-2013
Σπύρος Σακελλαρόπουλος, αν. καθηγητής Κράτους και πολιτικής θεωρίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο


Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014
Οι πρόσφατες πολιτικές διεργασίες στην Τουρκία και η αναγωγή τους στο Σύνταγμα
Πηνελόπη Φουντεδάκη, αν. καθηγήτρια Συνταγματικού δικαίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πέμπτη, 8 Μαϊου 2014
Εγκλήματα του κράτους και οικονομική κρίση
Ειρήνη Χρύση, δικηγόρος, ΜΔΕ Παντείου Πανεπιστημίου

Πέμπτη, 15 Μαϊου 2014
Φασισμός Α.Ε. (προβολή του ομώνυμου ντοκυμαντέρ και συζήτηση με το δημοσιογράφο)
Α. Χατζηστεφάνου, δημοσιογράφος

Πέμπτη, 22 Μαϊου 2014
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Αίγυπτο: οικονομική αρωγή ή πολιτική παρέμβαση;
Κωνσταντίνος Μυρωδιάς, πολιτικός επιστήμονας, MSc Διεθνείς σχέσεις London School of Economics

Πέμπτη, 29 Μαϊου 2014
Ελληνικό Σύνταγμα και οικονομικό σύστημα: όρια και δυνατότητες
Κωνσταντίνος Σπηλιακόπουλος, δικηγόρος, LLM δημοσίου δικαίου
                                       
Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014
Η φοροαποφυγή των μεγάλων επιχειρήσεων
Εύα Βουγιούκα, δικηγόρος, ΜΔΕ Παντείου Πανεπιστημίου

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014
Ο παράγοντας Μαλβίνες: η σύγκρουση Μ. Βρετανίας και Αργεντινής  
Κασσιανή Γκέργκη, ιστορικός

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014
Τακτική και στρατηγική: το στάδιο ως πολλαπλασιαστής ισχύος

Πάνος Βασιλειάδης, πολιτικός επιστήμονας, MSc Philosophy University of Edinburgh, υπ. δρ. Παντείου Πανεπιστημίου

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Γιώργου Κατρούγκαλου, H ψήφος των μεταναστών και η Νέα Δημοκρατία


Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της συνταγματικότητας της μεταρρύθμισης του δικαίου των αλλοδαπών,  που επιχείρησε ο λεγόμενος νόμος Ραγκούση, δικαίως έγινε αντικείμενο έντονης νομικής και πολιτικής κριτικής. Το κύριο πρόβλημα της ήταν η σύγχυση στο σκεπτικό της δύο εντελώς ανόμοιων μεγεθών: της κοινωνικοπολιτικής διάστασης του έθνους με το νομικό ζήτημα της χορήγησης της ιθαγένειας. Η ιθαγένεια αποτελεί το νομικό δεσμό με το κράτος και όχι πιστοποιητικό εθνικής συνείδησης. Όσοι ξένοι ποδοσφαιριστές, για παράδειγμα, την αποκτούν, δεν το κάνουν λόγω εθνικής έξαρσης, αλλά για καθαρά πρακτικούς, νομικούς λόγους.
Εν πάση περιπτώσει, η νομική κριτική της απόφασης έχει γίνει εκεί που πρέπει, δηλαδή στον ειδικό επιστημονικό τύπο.  Οι τεχνικές λεπτομέρειες της συζήτησης δεν είναι για εδώ. Η ουσία είναι ότι σε μία δημοκρατία τα δικαστήρια είναι οι αναγκαίοι φρουροί των δικαιωμάτων ακόμη και απέναντι  (αν χρειαστεί) και στις αποφάσεις της πλειοψηφίας. Για όλα τα άλλα θέματα, όμως, ο Δήμος αποφασίζει. Ακόμη και για τον αυτοπροσδιορισμό του. Στο κάτω-κάτω, το ΣτΕ δεν είναι συνταγματικό δικαστήριο. Δεν έχει συνταγματική αρμοδιότητα να ακυρώσει νόμο. Παρά την απόφαση του, λοιπόν, είναι δυνατή η νομοθετική επέμβαση με τρόπο που και το Σύνταγμα να γίνει σεβαστό, αλλά και να εξασφαλιστεί η προστασία της ανθρώπινής αξίας. Της αξίας την οποία μοιράζονται και οι Έλληνες και οι «άλλοι».
Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, λοιπόν. Η δικανική κρίση                του ΣτΕ δεν μπορεί να αποτελέσει φύλλο συκής για την εγκατάλειψη μιας πολιτικής απόφασης που ευθυγραμμίζει την Ελλάδα με το δημοκρατικό διεθνές κεκτημένο. Και καλά η Νέα Δημοκρατία, η οποία από την αρχή είχε υιοθετήσει επί του θέματος τη σχετική ατζέντα της Χρυσής Αυγής. Το ότι και το ΠΑΣΟΚ κρύβεται πίσω από το επιχείρημα ότι δεν γίνεται αλλιώς, γιατί διαφορετικά κινδυνεύει το κύρος των δημοτικών εκλογών, δείχνει απλώς το πόσο βαθειά και ανεπίστρεπτη έχει γίνει η συντηρητική μετάλλαξη του.
Αν η Βουλή θεωρούσε την αρχική πολιτική της απόφαση ορθή και δημοκρατική, θα έπρεπε να εμμείνει σε αυτή, να μην αλλάξει το νόμο και να παραπέμψει την τελική δικαστική κρίση στον φυσικό, κατά το Σύνταγμα , εκλογικό δικαστή, που είναι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Ούτως ή άλλως μόνο αναιρετικό έλεγχο έχει σήμερα το ΣτΕ επί του κύρους των δημοτικών εκλογών. Θα μπορούσε να διατηρήσει την αναιρετική αρμοδιότητα επί όλων των άλλων θεμάτων, να προβλεφθεί όμως με τροποποίηση των άρθρων 46  του νόμου 3852/2010 και 6 του νόμου 340/1976 ότι η κάθε είδους αμφισβήτηση της συνταγματικότητας της εκλογικής νομοθεσίας, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων εκλέγειν και εκλέγεσθαι, εισάγεται με ειδική ένσταση στο ΑΕΔ.
Γιατί όμως να γίνεται τόσος θόρυβος για μερικές εκατοντάδες ψήφους; (Δεν είναι περισσότεροι όσοι θα επωφελούνταν από τις σχετικές ρυθμίσεις του νόμου.) Αλλού είναι το πραγματικό διακύβευμα. Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα αποτελεί λυδία λίθο, όχι τόσο για τη στάση κάθε κόμματος απέναντι στη μετανάστευση, όσο σημαντικό και να είναι το θέμα αυτό, όσο για την διαμόρφωση της πολιτικής φυσιογνωμίας του απέναντι στην πολιτική ατζέντα που διαμορφώνεται ως απάντηση στην δράση της Χρυσής Αυγής. Υπάρχει το εξής παράδοξο: Αφενός να συζητείται στη συγκυβέρνηση η απαγόρευση του κόμματος αυτού και από την άλλη μεγάλο τμήμα του ξενοφοβικού προγράμματος της να αφομοιώνεται στη νέα φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας.
Το παράδοξο είναι μόνον φαινομενικό: αφού δεν είναι πια δυνατή, όπως ήθελαν κύκλοι του συστήματος, να οργανωθεί μια μετεκλογική συνεργασία με μια «σοβαρότερη» Χρυσή Αυγή, επιχειρείται ο επαναπατρισμός όσο το δυνατό μεγαλύτερου τμήματος των ψηφοφόρων της στη Νέα Δημοκρατία, με την υιοθέτηση ακροδεξιών θέσεων. (Θέσεις τις οποίες, άλλωστε, ουδέποτε είχε ξεχάσει εντελώς σημαντικό μέρος του παραδοσιακού ακροατηρίου του κόμματος αυτού.) Αυτή η τακτική όμως συνεπάγεται την αποξένωση του κόμματος του κυρίου Σαμαρά από τα κεντρώα στρώματα, τα οποία επίσης απεγνωσμένα επιχειρεί να προσεταιριστεί. 
Πρόκειται για μία ακόμη άλυτη αντίφαση που προεξοφλεί τη στρατηγική ήττα της συντηρητικής παράταξης στις επικείμενες εκλογές.

Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, την Τρίτη 18/2/2014

Γιώργου Κατρούγκαλου, Ο σταυρός στις ευρωεκλογές

Αν συζητούσαμε σε κενό χρόνου για το ιδανικό εκλογικό σύστημα για τις Ευρωεκλογές, θα κρίναμε ενδεχομένως διαφορετικά τις πρόσφατες εξαγγελίες για την αλλαγή του.  Το υφιστάμενο έχει ένα σημαντικό προτέρημα: πρόκειται για ένα σύστημα απλής, άδολης και ανόθευτης αναλογικής, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με τη συνταγματική απαίτηση για ισότητα ψήφου και όσο το δυνατό πιστότερη καταγραφή της λαϊκής βούλησης. Έχει, όμως, και ένα σημαντικό ελάττωμα, όχι εγγενές, αλλά απόρροια της αντιδημοκρατικής εσωτερικής λειτουργίας των ελληνικών κομμάτων (πλην της Αριστεράς):  οι εκλόγιμοι ουσιαστικά διορίζονταν από τον Αρχηγό, άλλοτε ως τιμητική πολιτική σύνταξη, σπανιότερα ως  περίοδος μαθητείας, συχνότερα απλώς ως ρουσφέτι πολυτελείας.
Ο σταυρός διορθώνει την πρακτική αυτή. Ως ένα μόνο βαθμό, όμως, μπορεί να χαρακτηρισθεί η σταυροδοσία στο σύνολο της Επικράτειας ως άνοιγμα στην κοινωνία, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή η πραγματική επικοινωνία των υποψηφίων με τους εκλογείς παρά μόνο με την διαμεσολάβηση των εθνικών ΜΜΕ. Όσο δεν λειτουργούν κανόνες άμεσης δημοκρατίας, τόσο στα κόμματα, όσο και ευρύτερα στην κοινωνία, τόσο υπάρχει ο κίνδυνος αναπαραγωγής ενός ιδιόμορφου star system- παρωδίας. Σε ό,τι με αφορά, το πρώτο ζητούμενο είναι η εξασφάλιση της εσωκομματικής δημοκρατίας. Τότε το ιδανικό σύστημα θα ήταν αυτό της ημιδεσμευμένης επιλογής, δηλαδή λίστα που θα διαμορφωνόταν κατ’αρχήν από την εσωκομματική δημοκρατική διαδικασία, θα άφηνε όμως και το περιθώριο στον εκλογέα να την τροποποιήσει.
Αυτά όμως θα τα λέγαμε εάν η εξαγγελία της αλλαγής δεν συνιστούσε πολιτικάντικο μικροπολιτικό ελιγμό, με δύο προφανείς στόχους: να ενισχύσει τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ στην διαπραγματευτική διελκυστίνδα του με τους «58» και να δυσκολέψει τον εκλογικό προγραμματισμό των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Και αυτό, παραβιάζοντας ασύστολα την πρόβλεψη του άρθρου 54 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως τέθηκε στην αναθεώρηση του 2001, εναντίον των εκλογικών αιφνιδιασμών. Με πονηριές, όμως, δεν κερδίζονται οι εκλογές…


Δημοσιεύθηκε στην  Ελευθεροτυπία, 16/2/2014

Γιώργου Κατρούγκαλου, Η νομική οδός για την διαγραφή του χρέους


Η διαγραφή του χρέους είναι, προφανώς, θέμα πολιτικής απόφασης. Όσα ακολουθούν αφορούν αποκλειστικά και μόνο   τις νομικές πλευρές του ζητήματος.  Κατ’ αρχάς πρέπει να διευκρινισθούν τα εξής βασικά:
·                     Τα μνημόνια καθ’ εαυτά δεν αποτελούν διεθνείς συμβάσεις. Συνεπώς δεν θεμελιώνουν, από μόνα τους, διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, ούτε η εφαρμοστική τους νομοθεσία έχει τυπική ισχύ ανώτερη από τον κοινό νόμο.
·                     Τα μνημόνια δεν αποτελούν κανόνες του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού δικαίου.
·                     Ούτε από τις δανειακές συμβάσεις απορρέουν δεσμεύσεις με υπερνομοθετική ισχύ, εφόσον αυτές δεν έχουν κυρωθεί σύμφωνα με το Σύνταγμα.
·                     Συνεπώς, όλοι οι μνημονιακοί νόμοι μπορεί να καταργηθούν με νέο νόμο, με απλή πλειοψηφία, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταγγελία καμιάς σύμβασης.
Αναλυτικότερα:
1.              Αντισυνταγματικότητα των δανειακών συμβάσεων
Και οι τρεις Δανειακές Συμβάσεις (του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου μνημονίου) έπρεπε να κυρωθούν από τη Βουλή, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι αφορούν «σε φορολογία, οικονομική συνεργασία και επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες», εφόσον ρητά παραπέμπουν στους όρους του μνημονίου, ως προϋπόθεση εκτέλεσής τους. Εάν είχαν κυρωθεί σύμφωνα με το Σύνταγμα, θα θέσπιζαν διεθνείς υποχρεώσεις σε βάρος της χώρας, με τυπική ισχύ ανώτερη από το νόμο, σε αντίθεση με τον μη δεσμευτικό χαρακτήρα των μνημονίων.
Καμιά όμως δεν κυρώθηκε. Η πρώτη σύμβαση κατατέθηκε το Μάιο του 2010 προς κύρωση αλλά μετά το σχετικό νομοσχέδιο αποσύρθηκε. Η δεύτερη, είχε κατατεθεί στη Βουλή το Φεβρουάριο του 2012 ως σχέδιο όχι μία, αλλά τρεις φορές, την πρώτη ως παράρτημα 13 στο νόμο 4046/2012 σε νόμο, την δεύτερη ως Πράξη Νομοθετικού Περιεχόμενου (ΠΝΠ) και την τρίτη στον νόμο που κύρωσε την ΠΝΠ. Και η τρίτη, η οποία ενσωματώνει τις ρυθμίσεις του τρίτου μνημονίου, συμπεριλήφθηκε επίσης σε ΠΝΠ και κυρώθηκε με το νόμο 4111/2013.
Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις, η γελοιοποίηση του ελληνικού κοινοβουλίου να εγκρίνει συνεχώς χωρίς ποτέ να συζητά παραλλαγές του ίδιου κειμένου συνδυάζεται με τη συνέχιση της αντισυνταγματικής πρακτικής της μη κύρωσης. Και τούτο γιατί το Σύνταγμα μας δεν προβλέπει την έγκριση σχεδίων, αλλά την κύρωση ήδη ολοκληρωμένων και υπογραμμένων διεθνών συμβάσεων.
Όπως είναι ευρύτερα, γνωστό και οι τρεις συμβάσεις περιλαμβάνουν προδήλως αντισυνταγματική ρήτρα παραίτησης από την ασυλία της εθνικής κυριαρχίας. Η πρόβλεψη αυτή, που δεν έχει προηγούμενο στη συνταγματική μας ιστορία, συνιστά de facto εκχώρηση της εξωτερικής οικονομικής κυριαρχίας κατά κατάφωρη παραβίαση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας. Δεν είναι, αντιθέτως, ιδιαίτερα γνωστό ότι οι συμβάσεις αυτές έχουν και διαφορές, πάντα προς το χειρότερο. Για παράδειγμα, η δεύτερη σύμβαση περιλαμβάνει ακόμη πιο δρακόντειες  διατάξεις και από την πρώτη ως προς τις δυνατότητες ευθείας επέμβασης των δανειστών στα εσωτερικά της χώρας μας. Εντελώς ενδεικτικά, αυτή δεν επαναλαμβάνει απλώς, όπως και η πρώτη και η παρούσα, τη  ρήτρα παραίτησης από τις ασυλίες της εθνικής κυριαρχίας και την απαγόρευση κάθε μελλοντικής αναδιάρθρωσης του χρέους με όρους που να συμφέρουν τη χώρα μας, αλλά προβλέπει και ρητές «υποχρεώσεις για επιθεωρήσεις, πρόληψη απάτης και ελέγχους».
Με την προκλητική αυτή διατύπωση, για να προφυλαχθούν οι εταίροι μας από «απάτη» σε βάρος τους από το ελληνικό δημόσιο, θα πρέπει να ανεχόμαστε την άμεση παρέμβαση γκαουλάιτερ που θα έχουν πρόσβαση (στην πραγματικότητα έλεγχο, καθοδήγηση και εντολή) σε κάθε πτυχή άσκησης δημόσιας εξουσίας στον τόπο μας. (Το πιο ωραίο είναι ότι, επειδή έχουν αντιληφθεί την πλήρη νομική αβασιμότητα και επισφάλεια των γνωμοδοτήσεων του Νομικού Συμβουλίου που ζητούν και λαμβάνουν υπέρ της συνταγματικότητας των τερατωδιών αυτών, ως αναπόσπαστο τμήμα των συμβάσεων, έχουν περιλάβει όρο κατά τον οποίο εάν αυτές αποδειχθούν ανακριβείς και η σύμβαση αντισυνταγματική, αυτό θα συνιστά απάτη σε βάρος τους εκ μέρους της Ελλάδας!)
2.              Μνημόνια και Ευρωπαϊκό Δίκαιο
Υποστηρίζεται ότι η υποχρέωση του Ελληνικού Κράτους να υλοποιήσει τα μνημονικά μέτρα απορρέει από την Απόφαση 2010/320/ΕΕ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οποία προσδιορίσθηκαν τα δημοσιονομικά και οικονομικά μέτρα, που υποχρεούται να λάβει το ελληνικό κράτος για να περιορίσει το υπερβολικό έλλειμμα. Ούτε όμως από την Απόφαση αυτή απορρέουν διεθνείς δεσμεύσεις για τη χώρα μας, διότι περιέχει ρυθμίσεις σε τομείς που η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ούτε καν συντρέχουσα αρμοδιότητα, όπως η φορολογία, οι συντάξεις και οι μισθοί. Ως γνωστό, η Ένωση ασκεί μόνον δοτές και απονεμημένες αρμοδιότητες, εκείνες δηλαδή που της έχουν παραχωρήσει τα κράτη με τις Συνθήκες.

3.              «Επονείδιστο» Χρέος και Κατάσταση Ανάγκης
Συνεπώς, μια προοδευτική κυβέρνηση μπορεί να καταργήσει τα μνημόνια, ως πολιτικά προγράμματα, και τους εκτελεστικούς νόμους με απόφαση της Βουλής και με απλή πλειοψηφία. Από το πλέγμα της μνημονιακής νομοθεσίας θα απομένουν μόνο οι δανειακές συμβάσεις, οι οποίες, μολονότι δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα στο εσωτερικό της χώρας, βάσει της Συνθήκης της Βιέννης δεσμεύουν τη χώρα σε διεθνές επίπεδο.
Το ιδανικό θα ήταν, βεβαίως, οι δανειστές να δεχθούν μια συναινετική λύση διαγραφής του χρέους, στο πρότυπο της διαγραφής και επαναρρύθμισης του χρέους της Γερμανίας με την Διεθνή Διάσκεψη του Λονδίνου του 1953. Γιατί όμως οι δανειστές να δεχθούν μια παρόμοια λύση, εφόσον μέχρι σήμερα αποκλείουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο παρόμοιο ενδεχόμενο; Μα ακριβώς γιατί η αδιαλλαξία τους μπορεί να οδηγήσει στο να μην πάρουν πίσω τίποτα από τα οφειλόμενα, εάν η χώρα μας αποφασίσει να ασκήσει τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Η συναινετική λύση είναι η καλύτερη, εάν όμως επιλέξουν την αδιαλλαξία και τις μονομερείες ενέργειες οι δανειστές, κάθε άλλο παρά νομικά άοπλοι δεν θα είμαστε.
Οι δύο βασικές κατασκευές για την διαγραφή του χρέου είναι η «κατάσταση ανάγκης» και η θεωρία του «επονείδιστου» ή «απεχθούς» χρέους (“odious debt”). Σύμφωνα με την τελευταία η άρνηση πληρωμής δεν ανάγεται σε αδυναμία αποπληρωμής, αλλά στην επίκληση του αντιδημοκρατικού ή καταχρηστικού χαρακτήρα του χρέους. Έτσι έγινε -με πρωτοβουλία των ΗΠΑ- η διαγραφή του επί Χουσεΐν χρέους του Ιράκ, αλλά και η κατά τα τρία τέταρτα απομείωση του χρέους του Ισημερινού, βάσει των πορισμάτων Διεθνούς Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου. (Ιστορικά, το επιχείρημα προβλήθηκε για πρώτη φορά από τις ΗΠΑ ήδη το 1898, μετά τη λήξη του Ισπανοαμερικανικού πολέμου, για να μην εξοφληθεί το χρέος της Κούβας στην Ισπανία).
Είναι σκόπιμο  να διερευνηθεί ποιο τμήμα του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι «επονείδιστο», ώστε να μάθουμε πώς διογκώθηκε και ποιοι, μιζαδόροι και διαπλεκόμενοι, επωφελήθηκαν από αυτό. Αλλά το δικαίωμα διαγραφής «επονείδιστου» χρέους δεν έχει μέχρι σήμερα αναγνωρισθεί ως εθιμικός κανόνας από διεθνή δικαστήρια. Παραμένει κυρίως μία κυριαρχική απόφαση που επιβάλλεται πολιτικά.  Αντιθέτως, η «κατάσταση ανάγκης» ως λόγος αναστολής ή διαγραφής τμήματος του χρέους αποτελεί κανόνα του διεθνούς δικαίου, τον οποίο μάλιστα η Ελλάδα είχε επικαλεστεί στο πλαίσιο της χρεωκοπίας του 1932, στην υπόθεση Socobelge.
 Σύμφωνα με το σχέδιο σύμβασης για την «Ευθύνη των Κρατών από Παράνομες Πράξεις», που έγινε δεκτό από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 12 Δεκεμβρίου του 2001, τα κράτη μπορούν να επικαλεστούν κατάσταση ανάγκης ως λόγο μη συμμόρφωσης σε διεθνή τους υποχρέωση, εφόσον αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να εξασφαλισθεί ζωτικό τους συμφέρον έναντι άμεσου και επικείμενου κινδύνου.  Με άλλα λόγια, εάν ένα κράτος δεν μπορεί να εκπληρώσει ταυτόχρονα τις βασικές κοινωνικές του λειτουργίες και τις υποχρεώσεις του έναντι των δανειστών του, οφείλει να δώσει προτεραιότητα στις πρώτες. Την αρχή αυτή συνοψίζει η δήλωση της προμετωπίδας, στην οποία και αναφέρθηκε η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ για να στοιχειοθετήσει τη θέση ότι αποτελεί εθιμικό διεθνές δίκαιο η επίκληση κατάστασης ανάγκης από ένα κράτος έναντι των δανειστών του.
Μάλιστα, ακόμη και το Διεθνές Κέντρο για την Διευθέτηση Επενδυτικών Διαφορών (International Centre for Settlement of Investment Disputes –ICSID-) το οποίο αποτελεί διαιτητικό/δικαιοδοτικό όργανο της Παγκόσμιας Τράπεζας, του δίδυμου οργανισμού του ΔΝΤ, σε αποφάσεις του σχετικές με τη στάση πληρωμής της Αργεντινής δέχθηκε την ύπαρξη παρόμοιου εθιμικού διεθνούς κανόνα. Τον κανόνα έχουν επιβεβαιώσει τα περισσότερα συνταγματικά δικαστήρια των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κρίνοντας ότι αποτελεί προστατευόμενο από την ΕΣΔΑ σκοπό δημοσίου συμφέροντος η ικανοποίηση των βασικών κοινωνικών αναγκών έναντι των οικονομικών απαιτήσεων των δανειστών (Malysh v. Russia, σκέψη 80).
Για το λόγο αυτό, αν οι δανειστές δεν επιλέξουν τη φωνή της λογικής και της συναινετικής λύσης, η χώρα μπορεί να επικαλεστεί κατάσταση ανάγκης. Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η Ελλάδα των χιλιάδων αυτοκτονιών, των δεκάδων χιλιάδων πεινασμένων μαθητών, των εκατοντάδων χιλιάδων ανέργων και των εκατομμυρίων νεοπτώχων αντιμετωπίζει πράγματι παρόμοια κατάσταση;
Συνεπώς, δεν υπάρχουν ανυπέρβλητα νομικά προβλήματα ώστε  η νέα δημοκρατική κοινοβουλευτική πλειοψηφία να τερματίσει την ομηρεία της χώρας. Πολιτική βούληση και ισχυρό λαϊκό κίνημα που θα τη στηρίξει είναι αυτά που χρειάζονται.

 Υπό δημοσίευση στο περιοδικό Unfollow

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Γιώργου Κατρούγκαλου, Τα νομικά της διαγραφής του χρέους


«Οι αλλοδαποί που δανείζουν χρήματα σε κάποιο κράτος δεν μπορούν (…) να περιμένουν από αυτό να κλείσει τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τα δικαστήρια, να διαλύσει την αστυνομία, να παραμελήσει τις δημόσιες υπηρεσίες και  να εκθέσει το λαό του σε συνθήκες χάους και αναρχίας μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει τους δανειστές του.»
Δήλωση της Νότιας Αφρικής στην Επιτροπή της Συνθήκης της Χάγης για την Κωδικοποίηση του Διεθνούς Δικαίου (1930)

Θεσμοί υπεράνω κάθε αντιμνημονιακής υποψίας, όπως το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ, αλλά και το καθ’ημάς Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής βεβαιώνουν το αυτονόητο: ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο, χωρίς γενναίο κούρεμα, διαγραφή δηλαδή του μεγαλύτερου τμήματος του. Προφανώς ο προτιμότερος τρόπος για κάτι τέτοιο είναι, όπως σε όλα τα πράγματα,  ο συναινετικός: να αποφασιστεί από μια Διεθνή Διάσκεψη με συμμετοχή της Ελλάδας και των δανειστών, όμοια με αυτή του Λονδίνου που απομείωσε το 1953 το χρέος της Γερμανίας. Γιατί να δεχθούν, όμως, -διαμαρτύρονται τα παπαγαλάκια- παρόμοια προοπτική οι δανειστές; Μα, για να μην χάσουν όλα τα χρήματα τους, όπως θα συμβεί αν επιλέξουν το δρόμο συνέχισης των μνημονιακών εκβιασμών ή άλλων μονομερών ενεργειών.
Και τούτο γιατί κράτη που έχουν την πολιτική βούληση, έχουν και νομικά όπλα να αντιτάξουν στους δανειστές τους. Οι δύο βασικές κατασκευές για αυτό είναι η «κατάσταση ανάγκης» και η θεωρία του «επονείδιστου» ή «απεχθούς» χρέους (“odious debt”). Στην τελευταία η άρνηση πληρωμής δεν ανάγεται σε αδυναμία αποπληρωμής, αλλά στην επίκληση του αντιδημοκρατικού ή καταχρηστικού χαρακτήρα του χρέους. Έτσι έγινε -με πρωτοβουλία των ΗΠΑ- η διαγραφή του επί Χουσεΐν χρέους του Ιράκ, αλλά και η κατά τα τρία τέταρτα απομείωση του χρέους του Ισημερινού, βάσει των πορισμάτων Διεθνούς Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου. (Ιστορικά, το επιχείρημα προβλήθηκε για πρώτη φορά από τις ΗΠΑ ήδη το 1898, μετά τη λήξη του Ισπανοαμερικανικού πολέμου, για να μην εξοφληθεί το χρέος της Κούβας στην Ισπανία).
Είναι σκόπιμο  να διερευνηθεί ποιο τμήμα του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι «επονείδιστο», ώστε να μάθουμε πώς διογκώθηκε και ποιοι, μιζαδόροι και διαπλεκόμενοι, επωφελήθηκαν από αυτό. Αλλά το δικαίωμα διαγραφής «επονείδιστου» χρέους δεν έχει μέχρι σήμερα αναγνωρισθεί ως εθιμικός κανόνας από διεθνή δικαστήρια. Παραμένει κυρίως μία κυριαρχική απόφαση που επιβάλλεται πολιτικά.  Αντιθέτως, η «κατάσταση ανάγκης» ως λόγος αναστολής ή διαγραφής τμήματος του χρέους αποτελεί κανόνα του διεθνούς δικαίου, τον οποίο μάλιστα η Ελλάδα είχε επικαλεστεί στο πλαίσιο της χρεωκοπίας του 1932, στην υπόθεση Socobelge.
 Σύμφωνα με το σχέδιο σύμβασης για την «Ευθύνη των Κρατών από Παράνομες Πράξεις», που έγινε δεκτό από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 12 Δεκεμβρίου του 2001, τα κράτη μπορούν να επικαλεστούν κατάσταση ανάγκης ως λόγο μη συμμόρφωσης σε διεθνή τους υποχρέωση, εφόσον αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να εξασφαλισθεί ζωτικό τους συμφέρον έναντι άμεσου και επικείμενου κινδύνου.  Με άλλα λόγια, εάν ένα κράτος δεν μπορεί να εκπληρώσει ταυτόχρονα τις βασικές κοινωνικές του λειτουργίες και τις υποχρεώσεις του έναντι των δανειστών του, οφείλει να δώσει προτεραιότητα στις πρώτες. Την αρχή αυτή συνοψίζει η δήλωση της προμετωπίδας, στην οποία και αναφέρθηκε η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ για να στοιχειοθετήσει τη θέση ότι αποτελεί εθιμικό διεθνές δίκαιο η επίκληση κατάστασης ανάγκης από ένα κράτος έναντι των δανειστών του.
Μάλιστα, ακόμη και το Διεθνές Κέντρο για την Διευθέτηση Επενδυτικών Διαφορών (International Centre for Settlement of Investment Disputes –ICSID-) το οποίο αποτελεί διαιτητικό/δικαιοδοτικό όργανο της Παγκόσμιας Τράπεζας, του δίδυμου οργανισμού του ΔΝΤ, σε αποφάσεις του σχετικές με τη στάση πληρωμής της Αργεντινής δέχθηκε την ύπαρξη παρόμοιου εθιμικού διεθνούς κανόνα. Τον κανόνα έχουν επιβεβαιώσει τα περισσότερα συνταγματικά δικαστήρια των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κρίνοντας ότι αποτελεί προστατευόμενο από την ΕΣΔΑ σκοπό δημοσίου συμφέροντος η ικανοποίηση των βασικών κοινωνικών αναγκών έναντι των οικονομικών απαιτήσεων των δανειστών (Malysh v. Russia, σκέψη 80).
Για το λόγο αυτό, αν οι δανειστές δεν επιλέξουν τη φωνή της λογικής και της συναινετικής λύσης, η χώρα μπορεί να επικαλεστεί κατάσταση ανάγκης. Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η Ελλάδα των χιλιάδων αυτοκτονιών, των δεκάδων χιλιάδων πεινασμένων μαθητών, των εκατοντάδων χιλιάδων ανέργων και των εκατομμυρίων νεοπτώχων αντιμετωπίζει πράγματι παρόμοια κατάσταση;
Συνεπώς, δεν μας λείπουν τα νομικά επιχειρήματα. Η δημοκρατική και πατριωτική κυβέρνηση που θα τα προβάλλει λείπει. Όχι για πολύ.

Ελευθεροτυπία, 4/2/2014

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Γιώργου Κατρούγκαλου, Παλιά και νέα διαφθορά

Η διαφθορά των πολιτικών δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό γνώρισμα. Αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο, το οποίο μάλιστα διαπλέκεται με τις γενικότερες τάσεις παγκοσμιοποίησης της οικονομίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αντιμετώπιση της ως διεθνούς οικονομικού εγκλήματος ουσιαστικά ξεκινά από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, με την ψήφιση στις Η.Π.Α. του νόμου για την ποινικοποίηση της δωροδοκίας ως μέσου για την επίτευξη επιχειρησιακών συμφωνιών με αλλοδαπά κράτη (Foreign Corrupt Practices Act -1977-). Ήδη έχει συναφθεί σειρά ανάλογων διεθνών συνθηκών κατά της διαφθοράς, οι σημαντικότερες των οποίων είναι η Σύμβαση του ΟΟΣΑ για την Καταπολέμηση της Δωροδοκίας Αλλοδαπών Δημοσίων Λειτουργών σε διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές (1997) και η Σύμβαση του ΟΗΕ κατά της Διαφθοράς (2003). Υπό μια έννοια, μάλιστα, η διαφθορά συνιστά την εφαρμογή της ηθικής της αγοράς  στον υπέρτατο βαθμό, όπου όλα μπορούν να αγοραστούν ή να πωληθούν.
Αυτό που διαφοροποιεί τη χώρα μας, όμως, από τις άλλες δυτικές δημοκρατίες είναι ότι η νομή των δημοσίων πόρων, μέσω της διαπλοκής οικονομικών ελίτ και κυβερνητικής εξουσίας, αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό της συγκρότησης του πολιτικού συστήματος. Η κρατικοδίαιτη ελληνική αστική τάξη, μακράν της προτεσταντικής ηθικής των ομολόγων της ευρωπαϊκών, θεωρούσε ανέκαθεν ως το αποτελεσματικότερο μέσο πλουτισμού το πολιτικό μέρισμα που αντλούσε από τις «ειδικές» σχέσεις της με την εξουσία, είτε μέσω «νόμιμων» τρόπων (π.χ. καναλάρχες που ανταλλάσσουν την πολιτική επιρροή των καναλιών τους με δημόσιες συμβάσεις) είτε και παράνομων (μίζες και δωροδοκίες). Με την έννοια αυτή στην Ελλάδα η πολιτική διαφθορά είναι ο κανόνας, παρά η εξαίρεση.
Στο παρελθόν το πολιτικό σύστημα μπορούσε να διατηρεί μέσω των δεσμών συνενοχής των εναλλασσόμενων κομμάτων του δικομματισμού  την ατιμωρησία των εκλεκτών του. Ο λόγος για τον οποίο βλέπουμε το τελευταίο διάστημα την αποκάλυψη πραγμάτων που όλοι υποψιαζόμασταν χωρίς να μπορούμε να τα αποδείξουμε, οφείλεται ακριβώς στην κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και την αδυναμία του να εξασφαλίσει πλέον την ομερτά σε όλη της την έκταση. Ακόμη και σήμερα, όμως, ο κολασμός δεν έχει φτάσει στον πυρήνα του παλαιοκομματισμού. Οι πολιτικοί που έχουν φτάσει στο εδώλιο του κατηγορουμένου είναι, εν πολλοίς, «ψόφια άλογα», που αποσκοπούσαν να παίξουν το ρόλο αποδιοπομπαίου τράγου για την εκτόνωση της λαϊκής απαίτησης για πλήρη κάθαρση.
Δεν προστατεύονται όμως μόνον οι παλαιοί ένοχοι από τους παλαιοκομματικούς συνενόχους. Η συμβίωση του δικομματισμού σε ενιαίο κυβερνητικό σχήμα και η αδιαφάνεια των μνημονιακών πολιτικών έχει παράξει νέο κύμα διαφθοράς, ιδίως ως προς τις ιδιωτικοποιήσεις και την διαπλοκή τραπεζών και ΜΜΕ. Η συνενοχή Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ για τη συγκάλυψη της νέας αυτής διαφθοράς έχει για πρώτη φορά λάβει ομολογημένο και επίσημο, θεσμικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, με σειρά νόμων και πράξεων νομοθετικού περιεχομένου απαλλάχθηκαν από κάθε ευθύνη, ποινική, αστική, διοικητική ή άλλη, τα στελέχη της Τράπεζας της Ελλάδας, οι διοικήσεις των Τραπεζών και των ασφαλιστικών ταμείων για την διαχείριση των κρατικών ομολόγων στο πλαίσιο του PSI, οι διοικήσεις και τα στελέχη των τραπεζών για δάνεια σε ΝΠΔΔ και κόμματα, των διοικητικών συμβουλίων δημόσιων οργανισμών για την ιδιωτικοποίηση τους,  τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για τις γνωμοδοτήσεις τους επί των μνημονίων και δανειακών συμβάσεων, μέχρι και ο ειδικός διαχειριστής της ΕΡΤ κ. Μάναλης για την εμπλοκή του στο σκάνδαλο της κατάργησης της δημόσιας τηλεόρασης!
Οι ρυθμίσεις αυτές είναι πρωτοφανείς. Η προσβολή του κράτους δικαίου δεν έχει προηγούμενο, εφόσον οι ένοχοι αυτοί δεν απαλλάσσονται από τις ευθύνες μόνο για παρελθούσες, αλλά και για μελλοντικές πράξεις, σαν να παίρνουν λευκή κάρτα για παρανομία (license to steal…). Και, προφανώς, στιγματίζουν ανεξίτηλα με τεκμήριο ενοχής τους εμπλεκομένους σε αυτές, εφόσον μόνον ένοχοι έχουν ανάγκη αμνήστευσης.
Οι διατάξεις αυτές είναι προφανώς αντισυνταγματικές και δεν θα προστατεύσουν τους ενόχους από τον πελέκι της δικαιοσύνης. Για το λόγο αυτό τα ποντίκια των δύο πάλαι ποτέ κομμάτων εξουσίας τρέχουν να εγκαταλείψουν το καράβι που βουλιάζει, αν προλάβουν. Η δικαιοσύνη θα έχει το λόγο επ’αυτών. Η μελλοντική προοδευτική διακυβέρνηση έχει το καθήκον να προωθήσει τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές: όχι μόνο την κατάργηση του επαίσχυντου άρθρου 86, που εξασφαλίζει σήμερα την ατιμωρησία των επίορκων υπουργών, αλλά γενικότερα, την πλήρη αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος, με την εισαγωγή νέων μορφών λογοδοσίας.

Ελευθεροτυπία, 21/1/2014

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Γιώργου Κατρούγκαλου, Annus mirabilis 2014, για την Ελλάδα και την Ευρώπη


Το 2014, εκλογική χρονιά για την Ελλάδα και την Ευρώπη, μπορεί να αποτελέσει έτος σταθμό για την αναστροφή της πλημμυρίδας του κυρίαρχου τρεις δεκαετίες ήδη νεοφιλελευθερισμού. Όχι μόνο γιατί οι ευρωεκλογές θα στείλουν ένα μήνυμα ανάλογο αλλά πολύ πιο ηχηρό από αυτό των δημοψηφισμάτων για το Ευρωσύνταγμα, αλλά και γιατί η ανατροπή στην Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για ευρύτερες εξελίξεις. Με άλλα λόγια, η αναγκαία απαλλαγή του ελληνικού πολιτικού συστήματος από τον παλαιοκομματισμό όχι απλώς δεν αποτελεί απειλή για τη σχέση της χώρας μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά ίσως τη μοναδική ελπίδα και εμείς να παραμείνουμε ευρωπαϊκή χώρα και η Ευρώπη να ξαναβρεί την ευρωπαϊκή της ταυτότητα.
Και αυτό γιατί η συνέχιση των σημερινών πολιτικών δεν οδηγεί μόνο σε μια γερμανική Ευρώπη, αλλά κυρίως σε μια πολωμένη ήπειρο, όπου ο Νότος θα γίνεται συνεχώς φτωχότερος και εξαρτημένος, στο ρόλο ενός Ευρωπαϊκού Μεξικού. Η πόλωση αυτή αναγκαστικά οδηγεί σε ανεξέλεγκτες φυγόκεντρες τάσεις και στο βίαιο τέλος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Συνεπώς, όσοι  υποστηρίζουν ότι οι πολιτικές λιτότητας αποτελούν μονόδρομο για την Ευρώπη, εκ του αποτελέσματος θα γίνουν πιο αποτελεσματικοί νεκροθάφτες της από τους ακροδεξιούς που την απορρίπτουν για λόγους εθνικιστικούς. Την ουσιαστική αυτή ταύτιση των φαινομενικά αντιθέτων έχει, ήδη από την δεκαετία του 1990, επισημάνει ο  Κονδύλης: «ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολίτικος πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους»[1].
Μα είναι δυνατό, θα πουν μερικοί, μια τέτοια μεγάλη αλλαγή να ξεκινήσει από τη μικρή Ελλάδα; Μα, ακριβώς οι μεγάλες ανατροπές ξεκινούν πάντα σχεδόν από την περιφέρεια και τους «αδύναμους κρίκους». Από την δεκαετία του ’60 έγραφε η Χάνα Άρεντ: «Όπως είναι τα πράγματα σήμερα,  με τις  μεγάλες δυνάμεις  ακινητοποιημένες κάτω από το βάρος του ίδιου του μεγέθους τους, ένα «νέο παράδειγμα» φαίνεται ότι μπορεί να έχει πιθανότητα μόνο σε μία μικρή χώρα[2].» Η Ελλάδα είναι, αυτή τη στιγμή, ο αδύναμος κρίκος της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης. Αυτά που απαιτούνται για την καπιταλιστική αναδιάρθρωση και τη μετάβαση στη νέου τύπου κοινωνία του ενός τρίτου αποδείχθηκε ότι ήταν τόσο αιματηρά και αβάστακτα για το μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού λαού, ώστε να είναι αδύνατο να εφαρμοστούν στην πράξη. Γι’ αυτό και απέτυχε το κοινωνικό πείραμα των μνημονίων.
Βέβαια, η απεμπλοκή από τα δεσμά του μνημονίου αποτελεί αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την ανασυγκρότηση της χώρας. Δεν θα μας ωφελήσει να μην πληρώνουμε τα δανεικά, εάν παράγουμε λιγότερα από όσα καταναλώνουμε. Και για να παράγουμε, χρειάζεται να μεταρρυθμίσουμε όχι μόνον την οικονομία, αλλά και τις διοικητικές δομές. Με άλλα λόγια, η απόκρουση της κοινωνικής εξαθλίωσης δεν μπορεί παρά να γίνει με όρους δημοκρατικής αναγέννησης.

Αυτονόητο είναι ότι η πρώτη ενέργεια της προοδευτικής κυβέρνησης θα είναι η κατάργηση της αντιμεταρρύθμισης του εργατικού δικαίου και η επαναβεβαίωση της συλλογικής αυτονομίας και των εργασιακών δικαιωμάτων. Αυτό όμως απλώς επιστρέφει το κοντέρ στην προμνημονιακή εποχή. Οι καιροί απαιτούν πολύ περισσότερα στο επίπεδο του πολιτικού εποικοδομήματος. Ο μετασχηματισμός του δεν μπορεί να γίνει από τα πάνω μόνο, ως προϊόν κοινωνικής μηχανικής φωτισμένων ελίτ, έστω αριστερόστροφης έμπνευσης. Χρειάζεται άμεση λαϊκή συμμετοχή. Θα πρέπει από την πρώτη μέρα να προωθηθούν μορφές άμεσης δημοκρατίας, όπως τα τοπικά δημοψηφίσματα και προοπτικά, στο πλαίσιο ενός νέου συντάγματος, θεσμοί ανακλητότητας και λογοδοσίας όλων των εκλεγμένων οργάνων του κράτους.  Θα πρέπει παράλληλα να κατασκευαστούν από το μηδέν θεσμοί, όπως η δίκαιη και γενικευμένη αξιολόγηση των δημόσιων υπηρεσιών, όχι ως πρόσχημα για απολύσεις, αλλά ως μέσο για να ελέγχει η κοινωνία τον κρατικό μηχανισμό και ως συμμετοχή των δημοσίων υπαλλήλων στην άσκηση της διοίκησης.
Είναι εφικτά όλα αυτά; Και όμως, είναι τα μόνα ρεαλιστικά. Όπως έγραφε ο Βέμπερ, «Είναι απόλυτα σωστό -και όλη η ιστορική εμπειρία το επιβεβαιώνει- ότι ο άνθρωπος δεν θα πετύχαινε ποτέ το εφικτό, εάν δεν πάσχιζε επανειλημμένα να πραγματοποιήσει το ανέφικτο[3].»

Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, 7/1/2013

[1] Π. Κονδύλης, Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής ”, επίμετρο στο Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο, Αθήνα, 1992.
[2] H. Arendt,  On Violence, Harvest Book, 1970, σελίδα 86.
[3]M. Weber, Politik als Beruf, 1919, ακροτελεύτια παράγραφος.

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Γιώργου Κατρούγκαλου, Ο παγκόσμιος πόλεμος κατά των φτωχών

Ο παγκόσμιος πόλεμος κατά των φτωχών


Όπως η εντολή «ου φονεύσεις» θέτει σαφή όρια προκειμένου να εξασφαλίσει την αξία της ανθρώπινης ζωής, έτσι και εμείς σήμερα πρέπει να πούμε «δεν θα φονεύσεις» και σε μια οικονομία αποκλεισμού και ανισότητας. Αυτή η οικονομία σκοτώνει. (…) Όλα σήμερα υπακούουν στους νόμους του ανταγωνισμού και της επιβίωσης του ισχυρότερου, όπου ο δυνατός τρέφεται από τους αδύναμους.
Πάπας Φραγκίσκος Α’, Evangelii gaudium, 2013, 53.

Το προηγούμενο δεκαήμερο ήμουν στην Ινδία, προκειμένου να διδάξω ένα μεταπτυχιακό μάθημα στη Νομική Σχολή του Ν. Δελχί. Είχα την ευκαιρία να δω από κοντά την πραγματικότητα μιας χώρας, που μαζί με την Κίνα, εμφανίζεται από τους οπαδούς του νεοφιλελευθερισμού ως καθαρή περίπτωση επιτυχίας της πολιτικά ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης. Και από πολλές απόψεις είναι. Οι ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας κάνουν τους δυτικούς να παθαίνουν ονειρώξεις, ο αριθμός των δισεκατομμυριούχων ολιγαρχών τους συναγωνίζεται  και ξεπερνά αυτόν των αραβικών χωρών και της Ρωσίας και, επιπλέον, απέκτησαν μαζικές μεσαίες τάξεις που τείνουν να διευρύνονται.
Και όμως, οι λαϊκές μάζες της Ινδίας εξακολουθούν να ζουν σε άθλιες συνθήκες και να πεθαίνουν από την πείνα. Γιατί συμβαίνει αυτό; Για τη συμβατική σοφία, όταν το ΑΕΠ (η «πίτα») αυξάνεται, ο πλούτος θα διαχυθεί προς τα κάτω και οι πιο αδύναμοι θα ωφεληθούν και αυτοί, έστω από τα ψίχουλα της (το περίφημο “trickle-down” effect). Τίποτα τέτοιο δεν προκύπτει. Όπως είπε και ο Πάπας Φραγκίσκος σε μια πρόσφατη συνέντευξη στη La Stampa, αντί να ξεχειλίσει το ποτήρι της οικονομίας, μόλις το νερό φτάνει στο στόμιο, αυτό με ένα μαγικό τρόπο μεγαλώνει και τίποτα δεν φτάνει προς τους φτωχούς.
Τα παραπάνω δεν ισχύουν μόνον για το εσωτερικό της Ινδίας. Ακόμη και το κλείσιμο της ψαλίδας ανάμεσα στη Δύση και τον Τρίτο Κόσμο δεν είναι ίδιο για όλα τα κράτη-παρίες. Η Αφρική, ιδίως, παραμένει η μαύρη τρύπα της παγκοσμιοποίησης. Από τις πενήντα φτωχότερες χώρες του κόσμου, εικοσιτρείς έχουν σήμερα χαμηλότερο μέσο εισόδημα από ό,τι το 1990[i]. Και δίπλα στην αβυσσαλέα φτώχεια, ο απύθμενος πλούτος: Τα περιουσιακά στοιχεία των τριών μόνο κορυφαίων δισεκατομμυριούχων έφτασαν να είναι ανώτερα από το συνδυασμένο ΑΕΠ όλων των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών και των 600 εκατομμυρίων ανθρώπων του πληθυσμού τους.
Όσο και να μην συγκρίνονται οι ανέγγιχτοι της Ινδίας με τους άνεργους της Δύσης, είναι και οι δύο θύματα της ίδιας πολιτικής αντίστροφης αναδιανομής πλούτου (από τους φτωχούς προς τους πλούσιους) που δεσπόζει πλανητικά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες και που αποτελεί την ουσία του νεοφιλελευθερισμού. Όπως παροιμιωδώς παραδέχεται ο δεύτερος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, W. Baffet, «στον ταξικό αγώνα που διεξάγεται η τάξη μου είναι αυτή που κερδίζει». Πράγματι, ένας παγκόσμιος πόλεμος μαίνεται παντού κατά των φτωχών του κόσμου.
Η βασική διαφορά είναι ότι στη Δύση και η μεσαία τάξη είναι θύμα του ακήρυχτου αυτού πολέμου. Το κύριο χαρακτηριστικό των κυρίαρχων νεοφιλελεύθερων πολιτικών είναι ο έντονα ταξικός τους χαρακτήρας: ενώ το κράτος πρόνοιας, μέσω της ρύθμισης της αγοράς και της καθιέρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, άμβλυνε τις κοινωνικές ανισότητες, περιορίζοντας, ως ένα βαθμό, την οικονομική και πολιτική ισχύ των κυρίαρχων τάξεων, ο νεοφιλελευθερισμός επιδιώκει την αναβίωση των προνομίων και της αχαλίνωτης οικονομικής και πολιτικής τους δύναμης.
Και είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικός: Το 2008, τη χρονιά της κρίσης, η κοινωνική ανισότητα έφτασε στη Δύση στο απόγειο της. Ιδίως στην Αμερική σημειώθηκε η μεγαλύτερη απόκλιση εισοδημάτων υπέρ των πλουσιότερων στρωμάτων του πληθυσμού που έχει ποτέ καταγραφεί στην ιστορία, ανώτερη και από αυτή πριν από το μεγάλο κραχ του 1929. Το εισόδημα του 1% των υπερπλούσιων αντιστοιχεί πλέον στο ένα τέταρτο περίπου του συνόλου του αμερικανικού ΑΕΠ. Το ίδιο 1% καρπώθηκε το 58% του συνόλου της μεγέθυνσης της οικονομίας μεταξύ του 1976 και της κρίσης.
Τα μνημόνια δεν αποτελούν παρά μία στιγμή του πολέμου αυτού, που στην Ευρώπη συμπυκνώνεται στο δίλημμα: νεοφιλελευθερισμός ή κοινωνικό κράτος. Στη σύρραξη τούτη δεν υπάρχουν άμαχοι, ούτε αθώοι, ούτε ουδέτεροι. Ο καθένας πρέπει να διαλέξει το στρατόπεδο του. Εδώ διάλεξε ο Πάπας …
Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, 24/12/2013



[i] Παραλείπω τις παραπομπές στα στοιχεία, τις οποίες αναλυτικά παραθέτω στο βιβλίο μου Κρίση και Διέξοδος, εκδόσεις Λιβάνη.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Γιώργου Κατρούγκαλου, "Νικά ο Αντώνιος"


Κι όταν πια τέλεια σαστισμένος, «Τι είναι η τρέλλα αυτή;» ρωτά,
ένας του ρίχνει κι αυτουνού την γιγαντιαία ψευτιά
του παλατιού — που στην Ελλάδα ο Aντώνιος νικά.

Κωνσταντίνος Καβάφης, «Το 31 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια»

Στο ποίημα του Αλεξανδρινού, ο Μάρκος Αντώνιος έχει χάσει τη ναυμαχία στο Άκτιο και σκέφτεται ήδη στη Λιβύη την αυτοκτονία, αλλά στην Αίγυπτο η Κλεοπάτρα γιορτάζει και πανηγυρίζει. Δεν είναι ότι δεν ξέρει την καταστροφή, ήταν μαζί του στην Ήπειρο, μαζί και στον ντροπιαστικό δρόμο της φυγής. Απλώς θέλει να χαρεί λίγο ακόμη την εξουσία, και η απάτη και η αναστροφή της πραγματικότητας είναι ο μόνος τρόπος που ξέρει. Έτσι και ο σύγχρονος Αντώνιος κυκλοφορεί τη «γιγαντιαία ψευτιά» για την έξοδο από την κρίση.  Και οι πιστοί του βουλευτές της πλειοψηφίας θυμίζουν πλέον τη «σύνοδο των Συναποθανουμένων», την τελευταία ομάδα οπαδών του βασιλικού διδύμου που, υποτίθεται, θα τους ακολουθούσαν στο θάνατο. Στην πραγματικότητα, μόνο να αγκιστρωθούν λίγο ακόμα στην πρόσκαιρη εξουσία και τα τελευταία τρυφηλά συμπόσια ήθελαν. Μόλις στον ορίζοντα φάνηκε ο στρατός του Οκτάβιου, οι πιο πολλοί από αυτούς τσακίστηκαν να πάνε, μαζί με το στόλο και το ιππικό του Αντώνιου, στη μεριά του νικητή. Και κανείς δεν τους είπε αποστάτες…

Όσο και να προσπαθούν τα συστημικά ΜΜΕ να συντηρήσουν τη «γιγαντιαία ψευτιά», δεν υπάρχει μεγαλύτερο δείγμα απομόνωσης και οικτρής αποτυχίας των μνημονιακών πολιτικών Σαμαρά, Στουρνάρα και Βενιζέλου από την ταυτότητα των τελευταίων πρωταθλητών της: Δεν είναι τρεις, δύο είναι οι εναπομείναντες σωματοφύλακες: οι κύριοι Άδωνις Γεωργιάδης και Μάκης Βορίδης. Μόνον οι ακροδεξιές μετεγγραφές ταιριάζουν πλέον στο ακροδεξιό περιβάλλον του πρωθυπουργού. Ακόμη και οι νεοφιλελεύθεροι της Νέας Δημοκρατίας, ο κύριος Χατζηδάκης, η κυρία Μπακογιάννη, δεν θέλουν πια να υποστηρίζουν άνευ όρων επιλογές που, σε συνδυασμό με το βαρύ χειμώνα, θα σωριάσουν νέα εκατόμβη θυμάτων σε σπίτια χωρίς φως, ζέστη και ελπίδα.

Δεν «ντρέπονται για τη ζέστα τους και για την ανθρωπιά τους» οι όψιμα αποστασιοποιημένοι ή διαμαρτυρόμενοι βουλευτές της συγκυβέρνησης. Το πολιτικό κόστος φοβούνται που κάνει σχεδόν βέβαιη τη μη επανεκλογή τους. Και ξέρουν ότι η έξοδος από την κρίση είναι μαγική εικόνα, που δεν αξίζει να στηρίξουν με τον πολιτικό τους θάνατο. Ακόμη και εάν δεν έχει δίκιο ο ΟΟΣΑ, ο οποίος προβλέπει στην τελευταία του έκθεση ύφεση και για το 2014, η σταθεροποίηση των οικονομικών δεικτών δεν θα φέρει ανακούφιση σε όσους πεινάνε, κρυώνουν και πεθαίνουν.

Ακόμη και στην Ευρώπη η έξοδος από την ύφεση φαίνεται ότι δεν θα συνδυαστεί με γρήγορη επιστροφή της οικονομίας στην ανάπτυξη (το περίφημο σχήμα V των οικονομολόγων), αλλά στην καλύτερη περίπτωση σε αργόσυρτη σταθεροποίηση που, άγνωστο πότε, θα οδηγήσει στην ανάκαμψη (επαναφορά τύπου U), και στη χειρότερη σε υποτροπή και επιστροφή στην ύφεση (σχήμα W). Για την Ελλάδα οι περισσότεροι προβλέπουν ακόμη πιο ζοφερή εξέλιξη, τύπου L, δηλαδή σταθεροποίηση των οικονομικών δεικτών χωρίς ανάπτυξη.

Και δεν είναι αυτό το χειρότερο: Ακόμη και έαν έρθει αυτού του είδους η ανάπτυξη, δεν θα φέρει παρά ελάχιστες θέσεις εργασίας, και αυτές επισφαλείς. Γιατί το μοντέλο των μνημονίων συνιστά την εφαρμογή του πιο ακραίου νεοφιλελευθερισμού, που δεν χρειάζεται πια την κοινωνία των δύο τρίτων, αλλά αρκείται σε μια κοινωνία του ενός τρίτου, ή και του ενός τετάρτου, με την πλειονότητα της κοινωνίας στο βούρκο της φτώχειας ή τόσο κοντά σε αυτή που να μη σκέφτεται να διεκδικήσει δικαιώματα ή ένα ανθρώπινο μισθό. Γιατί εκεί έγκειται η ουσία των διαβόητων διαρθρωτικών αλλαγών: να αποδιαρθρώσουν το υφιστάμενο σύστημα των σχέσεων παραγωγής, που ρύθμιζε την αγορά μέσω σταθερών κοινωνικών δικαιωμάτων και του εργατικού δικαίου. Αντί για τη σταθερή απασχόληση, η «ευελιξία» (τι φοβερή οργουελική διπλολαλια!), αντί για το οκτάωρο και την ανάπαυση της Κυριακής η αγωνία για την εφήμερη και πρόσκαιρη δουλειά.

Το πείραμα όμως αυτό έχει καθαρά αποτύχει στην Ελλάδα. Και, το σημαντικότερο: επιχειρώντας να το φέρει σε πέρας το πολιτικό σύστημα ξεπέρασε προ πολλού  το σημείο θραύσης του. Ο σύγχρονος Αντώνιος δεν κοιμάται ήσυχος. Δεν είναι σοφός, αλλά έστω και έτσι η μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων  τον έχει φτάσει. Δεν έρχεται ο Οκτάβιος, αλλά Λεγεών. Το Μάιο –ίσως και νωρίτερα- ο Λαός θα ακουστεί.
Με κρότο.

Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, 11/12/13

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Γιώργου Κατρούγκαλου, Η δημοσιογραφία της αθλιότητας και η αθλιότητα της «δημοσιογραφίας»

Μετά την εκπομπή για τη βία στην «Ανατροπή» με κάλεσαν να μιλήσω για το θέμα πολλές φορές.  Η ουσία της τοποθέτησης μου ήταν ανάλογη με όσα ανέπτυξα εκεί, ότι δηλαδή η κοινωνία έχει δικαίωμα να αντιστέκεται και ότι πρέπει να είμαστε εννοιολογικά αυστηροί και να μην χρησιμοποιούμε τον ίδιο όρο για ανόμοια πράγματα, όπως οι χρυσαυγίτικες δολοφονίες, ένα γιαούρτωμα ή μία μαχητική διαδήλωση, η οποία δεν αποτελεί βία, αλλά συνταγματικό δικαίωμα. Την τελευταία φορά (20/11), καλεσμένος στο βιβλιοπωλείο  «Free Thinking Zone» χρησιμοποίησα και ένα απόσπασμα του φιλελεύθερου στοχαστή J.S. Mill (από το «The French law against the Press») για να στηρίξω το επιχείρημα ότι η βία είναι πάντα κάτι κακό, μερικές φορές όμως είναι αδύνατο να την αποφύγουμε, όπως συμβαίνει και στις περιπτώσεις της ατομικής νόμιμης άμυνας, προκειμένου να αποτρέψουμε ένα μεγαλύτερο κακό, όπως την τυραννία ενός αυταρχικού καθεστώτος.  

Διάφορα συστημικά ΜΜΕ, σαν να συντονίζονται από ένα αόρατο αρχισυντάκτη, αντέδρασαν στα αυτονόητα αυτά, διαστρεβλώνοντας τις θέσεις μου και παρουσιάζοντάς με ως αχαλίνωτο οπαδό της βίας. Η κυρία Καρολίνα Παπακώστα π.χ. στα «Νέα» (21/11) έγραψε ότι είπα, τάχα, στους συνομιλητές μου, σε εισαγωγικά, άρα verbatim: «Αυτό που ενώνει εσάς τους τρεις και σας χωρίζει από εμένα είναι ότι εσείς είστε υπέρ της εξουσίας. Όταν έχουμε άδικο καθεστώς η αντίσταση πρέπει να παίρνει βίαιη μορφή». Το πρώτο πράγματι το είπα και, κατά τη γνώμη μου, είναι αλήθεια. (Ένας τους, π.χ., έχει  δημοσιεύσει άρθρο με τίτλο «Ζήτω το Μνημόνιο!»). Όχι όμως και την δεύτερη φράση, που με την αδιάστικτη γενικότητα της φέρει και το βασικό φορτίο της σπίλωσης. Εμφανίζομαι, με άλλα λόγια, να υποστηρίζω τον παραλογισμό ότι μπροστά στην αδικία, ακόμη και αν υπάρχουν άλλοι τρόποι να την διορθώσουμε, πρέπει να παθαίνουμε αμόκ και να πηγαίνουμε για αίμα…
Το ίδιο σκόπιμα παραπλανητικό απόσπασμα, αντέγραψε και ο κύριος Μανδραβέλης στη σεβάσμια γεροντοκόρη του αστικού τύπου, την Καθημερινή (22/11). Μα το ίδιο ακριβώς, χωρίς να κάνει τον κόπο να το διασταυρώσει. Και η μεν κυρία Παπακώστα έχει επιλέξει το ρόλο ενός  σύγχρονου γελωτοποιού της εξουσίας. Γράφει ημιευθυμογραφικά κείμενα  σε βάρος όσων ενοχλούν το Συγκρότημα, σε μια αποστολή ειρωνείας και γελοιοποίησης. (Και αυτά στην εφημερίδα του Ψαθά! Η Μαντάμ Σουσού ως Γκόλεμ…) Αν είμαστε επιεικείς θα χαρακτηρίζαμε τα γραφτά της απαράδεκτα, αν είμαστε πιο αυστηροί κατ’εικόνα και καθ΄ομοίωση της συντάκτριας τους. Πάντως, η ιδιοσυστασία του είδους γραφής της επιτρέπει ελευθεριότητες. Δεν την παίρνει, δα, και κανείς πολύ στα σοβαρά.

Γιατί να την μαϊμουδίσει όμως ο, υποτίθεται, σοβαρότερος Μανδραβέλης; Και ποια η σκοπιμότητα; Η απάντηση είναι απλή: Ο κύριος Μανδραβέλης δεν  είναι δημοσιογράφος. Τουλάχιστον όχι με την έννοια που ήταν η Ελένη Βλάχου ή ο Γ.Α.Β.. Δεν είναι τυχαία η προσωρινή διαγραφή του από την ΕΣΗΕΑ. Δεν αγνοεί απλώς την αλφαβήτα της δημοσιογραφίας, ότι το σχόλιο πρέπει να είναι διακριτό του γεγονότος και ότι οι πηγές πρέπει να διασταυρώνονται. (Κάντε, π.χ., ένα google για τις «ανακρίβειες» - είμαι ευγενής…- που  έγραφε για την Ισλανδία, μιαν άλλη χώρα που αντιστάθηκε στην διεθνή των εκβιαστών.)  Είναι και αυτός ταγμένος στην ίδια αποστολή: Ακόμη και όταν θεωρητικολογεί ως philosophe raté  σκοπός του είναι ένας, να υπηρετεί απολογητικά το νεοφιλελεύθερο βιασμό της χώρας. Άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα, συκοφαντώντας όσους αρθρώνουν κριτική φωνή.   Η σκόπιμη διαστροφή των όσων είπα είναι ελάχιστο πταίσμα μπροστά στις μαγικές εικόνες και τις ασκήσεις διπλολαλιάς υπέρ των μνημονίων που διαμεσολαβούνται και αναπαράγονται από τον ίδιο και  τους άλλους «δημοσιογράφους»-παπαγαλάκια.
Την πρώτη φορά που ασχολήθηκαν μαζί μου, μετά τη συμμετοχή μου στην «Ανατροπή», εγώ δεν ασχολήθηκα μαζί τους. Ποιος ο λόγος; Οι απόψεις μου ήταν προσιτές σε όλους και δεν μπορούσαν να διαστρεβλωθούν. Αντέδρασα τώρα διαφορετικά γιατί, όπως δεν υπάρχει ανάλογη πρόσβαση στις πρόσφατες ομιλίες μου, μπορεί μερικοί να πίστευαν ότι έχει κάποια βάση η ιερεμιάδα των «δημοσιογράφων» του κόμματος του μνημονίου. Μέχρι εδώ, όμως. Δεν θα απαντήσω ξανά σε παρόμοια φληναφήματα. Όπως λένε και οι Αμερικανοί, ο καθένας μπορεί να παλέψει με ένα γουρούνι μέσα στη λάσπη. Το πρόβλημα είναι ότι του γουρουνιού του αρέσει…


Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, 26/11/2013

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Οι απεργίες και η σταθερότητα του νεκροταφείου
                                                       Γιώργου Κατρούγκαλου

Πολλοί λατρεύουν την τάξη. Για να φάνε βάζουν τραπεζομάντηλο πάνω στο τραπέζι, αν έχουν, ή σκουπίζουν με το χέρι τους τα ψίχουλα, όταν το χέρι τους δεν είναι κουρασμένο.
Αλλά το τραπέζι τους στήνεται, και το σπίτι τους επίσης, σ’έναν κόσμο που βουλιάζει μες στο βούρκο.
(…) Α, τι ωφελεί, χωμένος μέχρι το λαιμό στη λάσπη, να κρατάς τα νύχια των χεριών σου καθαρά;
Μπ. Μπρεχτ, Πολλοί λατρεύουν την τάξη, 1933

Ομοβροντία άρθρων και αναλύσεων στα συστημικά ΜΜΕ προσπαθούν να μας δείξουν πόσο επικίνδυνες είναι οι απεργίες των καθηγητών και των άλλων εργαζομένων, γιατί θέτουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα, στην οποία τάχα μας έχει οδηγήσει η κυβερνητική πολιτική. Οι ίδιοι κύκλοι εμφανίζουν τις απεργίες και τις κινητοποιήσεις της περιόδου, ούτε λίγο ούτε πολύ, ως συνταγματική εκτροπή και συνεπώς ως διπλή απειλή: όχι μόνον κατά της οικονομίας, αλλά και της δημοκρατίας.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι απλώς μακριά από την πραγματικότητα, ουσιαστικά την αντιστρέφουν απολύτως. Στο πρώτο σκέλος τους, προσπαθούν να διασώσουν το διαβόητο success story, παρά την προφανή του κατάρρευση. Η μόνη σταθερότητα στην οποία οδηγεί η κυβερνητική πολιτική, είναι αυτή του νεκροταφείου. Η οικονομία εξακολουθεί να είναι παγιδευμένη στη σπείρα αργού θανάτου που την έχει οδηγήσει η συνταγή του μνημονίου: το χρέος διογκώνεται, ενώ η παραγωγική βάση της χώρας συνεχίζει να συρρικνώνεται. Τα πρόσθετα έσοδα από τον τουρισμό δεν μπορεί να κρύψουν την καθίζηση των εσόδων από τη ναυτιλία, την υποχώρηση των εξαγωγών, τη σημαντική και συνεχιζόμενη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και της μεταποίησης, την εξαφάνιση, ουσιαστικά της οικοδομικής δραστηριότητας και των μικρεμπόρων.
Δεν είναι μόνο, συνεπώς, το καλάθι της νοικοκυράς που υποφέρει. Τα μακροικονομικά μεγέθη όχι απλώς δεν βελτιώνονται, αλλά βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση. Ο αποπληθωρισμός του τελευταίου διαστήματος δεν αποτελεί όψιμη επιτυχία του σεναρίου της εσωτερικής υποτίμησης, αλλά θανάσιμη παγίδα, από την οποία ακόμη και πανίσχυρες οικονομίες, όπως η Ιαπωνική, παλεύουν χρόνια να ξεφύγουν.  Και όλοι οι οικονομικοί παράγοντες το αντιλαμβάνονται αυτό: δεν είναι τυχαίο ότι ο δείκτης οικονομικού κλίματος που μετρά περιοδικά το εργοδοτικό ΙΟΒΕ έκανε βουτιά το καλοκαίρι, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη που εμφανίζεται μια δειλή επιστροφή της αισιοδοξίας.
Ακόμη πιο υποκριτική είναι η θρηνωδία για την, τάχα, θεσμική εκτροπή που συνιστά η επίκληση της αξιωματικής αντιπολίτευσης για εκλογές και ανατροπή των πολιτικών αυτών. Και εδώ η αντιστροφή της πραγματικότητας είναι πλήρης: αποσιωπάται ότι πραγματική αντιδημοκρατική εκτροπή, αληθινό συνταγματικό πραξικόπημα, συνιστά το μνημονιακό παρασύνταγμα, που όχι μόνο συνέτριψε τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, αλλά την ίδια την κοινοβουλευτική δημοκρατία, με τις έξωθεν εντολές προς τη Βουλή, τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και την αγελαία πειθαρχία των πολυνομοσχεδίων του ενός άρθρου. Στο κάτω-κάτω, όταν στις δημοσκοπήσεις πάνω από το 75% των πολιτών απορρίπτουν την οικονομική συνταγή των μνημονίων, πώς είναι δυνατό η ανατροπή τους να είναι αντίθετη με τη δημοκρατία;
Γιατί όμως η απόρριψη παραμένει σε μεγάλο βαθμό βουβή; Θα δανειστώ πάλι από το Μπρέχτ την απάντηση: «Όταν σωρεύονται τα εγκλήματα, γίνονται αόρατα. Όταν οι πόνοι γίνονται αβάσταχτοι, δεν ακούγονται πια.» (Μπ. Μπρεχτ, Όταν τα εγκλήματα πέφτουν σαν βροχή, 1935). Η κοινωνία είναι παραζαλισμένη από τα συνεχή χαστούκια του δόγματος του σοκ. Ακόμη και το μεγάλο της κομμάτι, που δεν έχει παγιδευτεί σε λογικές κοινωνικού αυτοματισμού του είδους «να πεθάνει η κατσίκα του γείτονα», είναι απορροφημένη από τον αγώνα για την καθημερινή επιβίωση.
Για το λόγο αυτό οι συλλογικές διεκδικήσεις των απεργιών της εβδομάδας αποτελούν ελπίδα. Όχι μόνον για το δημόσιο σχολείο, ούτε καν για την δημόσια διοίκηση και το κοινωνικό κράτος. Για την ίδια την Δημοκρατία.


Όταν σωρεύονται τα εγκλήματα, γίνονται αόρατα. Όταν οι πόνοι γίνονται αβάσταχτοι, δεν ακούγονται πια.
Μπ. Μπρεχτ, Όταν τα εγκλήματα πέφτουν σαν βροχή, 1935



Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία 17/9/2013


Ο αντιφασισμος, τελευταίο στάδιο του πολιτικαντισμού
Γιώργου Κατρούγκαλου

Ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής, Γ. Γερμενής, το είπε καθαρά πριν από τη σύλληψη του στην ΓΑΔΑ: «Ξηλώσανε την Αστυνομία και την ΕΥΠ για να καταφέρουν να μας συλλάβουν». Ομολόγησε, έτσι, αυτό που όλοι γνωρίζαμε και που το επιβεβαιώνουν τόσο η πρόσφατη Έκθεση του Συνήγορου του Πολίτη όσο και το Πόρισμα του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου: η δράση της Χρυσής Αυγής δεν ήταν μόνο εγκληματική, αλλά και παρακρατική, εφόσον απολάμβανε όχι μόνον της ανοχής αλλά και της συνενοχής τμήματος του κρατικού μηχανισμού και των Σωμάτων Ασφαλείας.
Όσο και αν χαρήκαμε όλοι για το τέλος της ατιμωρησίας (δεν είναι δα και μικρό πράγμα για πρώτη, ουσιαστικά, φορά από το τέλος της κατοχής να μπαίνουν στη φυλακή ακροδεξιά εγκληματικά στοιχεία) πρέπει ψύχραιμα να δούμε τόσο τις πολιτικές όσο και τις συνταγματικές πλευρές του δράματος. Το πρώτο, προφανές συμπέρασμα είναι ότι το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο  υπερεπαρκούσε για την αντιμετώπιση της παράνομης δράσης της Χρυσής Αυγής και, συνεπώς, οι ευθύνες της Κυβέρνησης για την μη έγκαιρη ενεργοποίηση του είναι μεγάλες. Οι ευθύνες αυτές δεν ξεπλύθηκαν ούτε με την όψιμη κινητοποίηση της, γιατί οι τελευταίες ενέργειες της κρύβουν όχι μόνο έναν ακραίο πολιτικαντισμό, αλλά και μια επικίνδυνη λογική παραμερισμού του Συντάγματος.
Ο πολιτικαντισμός φάνηκε στις δηλώσεις του πρωθυπουργού περί σταθερότητας, λίγο πριν την αναχώρηση του στην Αμερική. Ξεχνώντας το «κλείσιμο του ματιού» στην Χρυσή Αυγή του προηγούμενου διαστήματος (που του το καταμαρτύρησε μέχρι και ο  υπεύθυνος επικοινωνίας του ΠΑΣΟΚ) επιχείρησε να εμφανισθεί ως ο εγγυητής της ασφάλειας και των θεσμών. Πέραν από την κυβίστηση στάσης απέναντι στους νεοφασίστες, επιχειρείται εδώ η εξής πολιτική αλχημεία: να καταταχθούν όλοι όσοι ασκούν κριτική στο απαξιωμένο πολιτικό σύστημα του πάλαι ποτέ δικομματισμού και των διαπλοκών του στο ίδιο στρατόπεδο με τους εχθρούς της δημοκρατίας. Οι χρεωκοπημένοι, δηλαδή, πολιτικοί, που έριξαν τη χώρα στα βράχια του μνημονίου, ταυτίζουν τον εαυτό τους με τον κοινοβουλευτισμό και όσους τους ασκούν κριτική με τους νεοφασίστες.
Αυτό από μόνο του θα συνιστούσε πολιτική απάτη, αλλά δεν θα αποτελούσε μεγάλο κίνδυνο για τους θεσμούς, αν δεν συνοδευόταν από μια πρακτική αδιαφορίας για τις συνταγματικές προβλέψεις και συρρίκνωσης των εγγυήσεων των ατομικών ελευθεριών. Η Βουλή παραμερίσθηκε, ως προς την δίωξη των Χρυσαυγιτών Βουλευτών, αν και η άδεια της είναι απαραίτητη για την δίωξη όλων των εγκλημάτων που δεν είναι αυτόφωρα κακουργήματα, για όλες δηλαδή τις δολοφονίες και την παράνομη βία. Ανησυχητικότερα είναι τα δείγματα γραφής ως προς τις ελευθερίες: Λόγω του κλίματος των ημερών, σχεδόν απαρατήρητη πέρασε η απαγόρευση της συγκέντρωσης των Εφέδρων Αξιωματικών στο Σύνταγμα, που αντιμετώπισε μια γραφικότητα ως κίνδυνο για την δημόσια ασφάλεια, κατ’ευθεία παράβαση του άρθρου 11 του Συντάγματος. Ακόμη πιο επικίνδυνη ήταν η παραδοχή της ΕΥΠ ότι προβαίνει σε προληπτικές, γενικευμένες υποκλοπές τηλεφωνικών επικοινωνιών με το διαβόητο κοριό-βαλιτσάκι, παρά την αντίθετη ρύθμιση του άρθρου 19 του Συντάγματος που απαιτεί πάντα προηγούμενη άδεια της δικαστικής αρχής για την άρση του απορρήτου, ενόψει συγκεκριμένης και όχι αφηρημένης απειλής για την εθνική ασφάλεια ή για διαλεύκανση ορισμένου, σοβαρού εγκλήματος.
Εκεί, όμως, που η περιφρόνηση του Συντάγματος φτάνει πλέον στα άκρα, είναι η φημολογούμενη νομοθετική πρωτοβουλία ώστε τυχόν παραίτηση των βουλευτών της Χρυσής Αυγής να μην οδηγήσει σε μερική, αναπληρωματική εκλογή, παρά την αντίθετη ρητή συνταγματική πρόβλεψη. (Σε πείσμα όσων κατά κόρον ακούστηκαν, ακόμη και για την περίπτωση του ψηφοδελτίου Επικρατείας υφίσταται ρητή και ειδική πρόβλεψη, αυτή του άρθρου 3 του ΠΔ 26/2012, που δεν ορίζει στην περίπτωση αυτή εκλογή, αλλά αναπλήρωση από τον πρώτο επιλαχόντα βουλευτή στην περιφέρεια που το κόμμα συγκέντρωσε στις τελευταίες εκλογές τις πιο πολλές ψήφους.)
Η Δημοκρατία δεν φοβάται τις εκλογές, ακόμη και εάν αυτές προκληθούν για αντιπερισπασμό από τους Χρυσαυγίτες. Η Δημοκρατία έχει Νόμους και κανείς δεν είναι πάνω από τους Νόμους της Δημοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία 1/10/2013
Ο φασισμός θα νικηθεί χωρίς εκπτώσεις στα δικαιώματα και τις συνταγματικές εγγυήσεις
Γιώργου Κατρούγκαλου, καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου

Η λυδία λίθος για την αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής είναι η διάκριση ανάμεσα στην πολιτική και την εγκληματική της δράση. Πράγματι, αυτή λειτουργεί δισυπόστατα: αφενός ως πολιτικό κόμμα, αφετέρου ως εγκληματική οργάνωση. Ακριβώς για το λόγο αυτό πρέπει να αντιμετωπίζεται πολιτικά στην πρώτη περίπτωση και με τον ποινικό κώδικα στη δεύτερη. Επομένως και μετά το πόρισμα του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν είναι κάθε μέλος της Χρυσής Αυγής αυτομάτως ύποπτο για ένταξη στην εγκληματική οργάνωση αλλά μόνο αυτοί, από τα στελέχη, τους βουλευτές, τα μέλη της που αποδεδειγμένα ενέχονται σε κακουργηματικές ενέργειες.
Αυτά δεν τα γνωρίζουμε τώρα, ανέκαθεν ίσχυαν και για το λόγο αυτό,  επειδή η βουλευτική ασυλία δεν παρέχει προστασία όταν τελούνται αυτόφωρα κακουργήματα, θα έπρεπε και οι βουλευτές της να έχουν συλληφθεί, όταν προέβαιναν σε εγκληματικές πράξεις ακόμη και μπροστά στις κάμερες της τηλεόρασης.  
Τούτο δε σημαίνει ότι η Χρυσή Αυγή μπορεί  να τεθεί εκτός νόμου ως πολιτικό κόμμα. Το Σύνταγμα μας δεν το επιτρέπει και η ιστορία δείχνει ότι παρόμοια μέτρα είναι και πολιτικά επικίνδυνα και αντιπαραγωγικά. Στη Γερμανία τέσσερα χρόνια μετά την απαγόρευση του ναζιστικού κόμματος απαγορεύθηκε και το κομμουνιστικό. Και στην Τουρκία οι ισλαμιστές ήρθαν στην εξουσία λίγο μετά την θέση τους εκτός νόμου.
Ενόψει των παραπάνω πως αξιολογείτε η πρόσφατη αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής από τη δικαιοσύνη και την Πολιτεία; Καταρχήν, είναι πια προφανές ότι η μη εφαρμογή του υπέρ αρκετού υφισταμένου νομοθετικού οπλοστασίου μαρτυρά όχι απλώς ανοχή αλλά συνενοχή ενός τμήματος του κρατικού μηχανισμού με τη Χρυσή Αυγή. Γι’ αυτό το λόγο η δράση της τελευταίας έχει χαρακτηριστικά και παρακρατικής οργάνωσης αλλά και η μεθόδευση που επιλέχθηκε από την Κυβέρνηση είχε χαρακτηριστικά σπουδής και θεατρικότητας που δεν συνάδουν με τη σοβαρότητα του ζητήματος και με την προστασία των θεσμών: Η σύλληψη των βουλευτών και του αρχηγού της Χρυσής Αυγής έγινε χωρίς την άδεια της Βουλής. Τούτο επιτρέπεται, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 62 του Συντάγματος, μόνο για τα αυτόφωρα κακουργήματα.  Ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι η πρόβλεψη του (αμφιλεγόμενου) άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα που χαρακτηρίζει το αδίκημα της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης ως διαρκές, αυτόφωρο κακούργημα επέτρεπε την δίωξη των Χρυσαυγιτών βουλευτών χωρίς την άρση της ασυλίας τους και πάλι απαιτείται η άδεια της Βουλής για την δίωξη των άλλων εγκλημάτων για τα οποία κατηγορούνται (τις ανθρωποκτονίες, τις απόπειρες ανθρωποκτονίας, την παράνομη βία κ.λ.π.). Ποιος ο λόγος, λοιπόν, πέραν του πολιτικού εντυπωσιασμού, να μην τοποθετηθεί συνολικά η βουλή απέναντι στα εγκλήματα αυτά;
Η εμμονή στην εφαρμογή του Συντάγματος δεν αποτελεί ποτέ κενό τύπο. Ακόμη και εάν, όμως, η αναγκαιότητα προηγούμενης άρσης της βουλευτικής ασυλίας θεωρηθεί βυζαντινολογία από μερικούς, όλοι θα συμφωνήσουμε ότι η ανάγκη καταπολέμησης του φασισμού δεν πρέπει να οδηγεί σε αλά καρτ συνταγματική νομιμότητα ούτε στον περιορισμό των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών.
Λόγω του κλίματος των ημερών, σχεδόν απαρατήρητη πέρασε η απαγόρευση της συγκέντρωσης των Εφέδρων Αξιωματικών στο Σύνταγμα, που αντιμετώπισε μια γραφικότητα ως κίνδυνο για την δημόσια ασφάλεια, κατ’ευθεία παράβαση του άρθρου 11 του Συντάγματος. Ακόμη πιο επικίνδυνη ήταν η παραδοχή της ΕΥΠ ότι προβαίνει σε προληπτικές, γενικευμένες υποκλοπές τηλεφωνικών επικοινωνιών με το διαβόητο κοριό-βαλιτσάκι, παρά την αντίθετη ρύθμιση του άρθρου 19 του Συντάγματος που απαιτεί πάντα προηγούμενη άδεια της δικαστικής αρχής για την άρση του απορρήτου, ενόψει συγκεκριμένης και όχι αφηρημένης απειλής για την εθνική ασφάλεια ή για διαλεύκανση ορισμένου, σοβαρού εγκλήματος.
Ακόμη πιο επικίνδυνα είναι τα πράγματα ως προς τις μεθοδεύσεις για αλλαγή του εκλογικού νόμου, ώστε οι έδρες των βουλευτών της Χρυσής Αυγής να παραμείνουν κενές και να μη διεξαχθούν αναπληρωματικές τοπικές εκλογές σε περίπτωση παραιτήσεώς τους. Παρόμοιος Νόμος θα ήταν κραυγαλέα αντισυνταγματικός. Το άρθρο 53 του Συντάγματος επιτρέπει να παραμείνουν κενές βουλευτικές έδρες μόνο κατά το τελευταίο έτος της βουλευτικής περιόδου. Σε κάθε άλλη περίπτωση απαιτείται η διεξαγωγή τοπικών αναπληρωματικών εκλογών.  Συνεπώς, φωνές που προτείνουν με νέο  νόμο να οριστεί ότι τυχόν παραιτήσεις βουλευτών της Χρυσής Αυγής θα είναι καταχρηστικές δεν έχουν καμία επαφή με το πνεύμα και το γράμμα του Συντάγματος. Μάλιστα θα οδηγήσουν σε ευθεία αλλοίωση της βούλησης του εκλογικού σώματος όπως προέκυψε από τις τελευταίες εκλογές. Δείτε για παράδειγμα το πώς θα αλλοιωθούν οι ειδικές πλειοψηφίες που προβλέπει το Σύνταγμα για την αναθεώρηση του ή για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας :   Απαιτούνται τα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, ήτοι με τα σημερινά δεδομένα 180 βουλευτές, εάν όμως μείνουν κενές οι έδρες της Χρυσής Αυγής θα αρκούν μόνο 169, όσες κατά σύμπτωση διαθέτει περίπου η σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία μαζί με τη ΔΗΜΑΡ. Είναι αλήθεια ότι το Σύνταγμα προβλέπει ότι ο αριθμός των βουλευτών μπορεί να είναι από διακόσιοι έως τριακόσιοι. Η σχετική όμως πρόβλεψη πρέπει να γίνει πριν από τις εκάστοτε εθνικές εκλογές και όχι εκ των υστέρων και αναδρομικά.
Υπάρχει άλλωστε τρόπος να προστατευθεί η εκλογική διαδικασία από επιχειρούμενη γελιοποίηση της, σε περίπτωση που οι Χρυσαυγίτες βουλευτές παραιτηθούν κατά κύματα. Ο νόμος μπορεί να προβλέψει, με πλειοψηφία των δύο τρίτων ότι αναπληρωματικές εκλογές θα διενεργηθούν συγκεντρωτικά, για παράδειγμα την πρώτη Κυριακή του Οκτώβρη αν οι παραιτήσεις λάβουν χώρα το πρώτο εξάμηνο και την πρώτη  Κυριακή του Φεβρουαρίου αν γίνουν το δεύτερο εξάμηνο.
Ακόμη πιο ολέθριες για την Δημοκρατία είναι οι προτάσεις, κατά τις οποίες ο Άρειος Πάγος θα πρέπει να έχει αρμοδιότητα να κρίνει (πώς;), στο πλαίσιο της υποβολής των υποψηφιοτήτων των κομμάτων, ποια από αυτά κείνται εντός και ποια εκτός του διαβόητου συνταγματικού τόξου. Πρόσφατα ο κ.Πάγκαλος απεκάλεσε τον Σύριζα τρομοκρατική οργάνωση, ο δε κ.Βόριδης αναρωτήθηκε αν το ΚΚΕ είναι εντός του Συνταγματικού τόξου.
Όλα αυτά μπορεί να εξυπηρετούν την προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας να εμφανισθεί ως εγγυητής της σταθερότητας, βάζοντας κάτω από το χαλάκι τα εκρηκτικά προβλήματα της κοινωνίας και της οικονομίας, δεν καταπολεμούν όμως το φασισμό, ούτε υπηρετούν την δημοκρατία.
Όποιος για να αντιμετωπίσει το φασισμό περιορίζει τα ατομικά δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες ουσιαστικά παραδίδει τα κλειδιά της Δημοκρατίας στους φασίστες. Στο χέρι μας είναι να μην επιτρέψουμε να γίνει κάτι τέτοιο.




Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013


Η Παιδεία δεν είναι απλό εμπόρευμα
Γιώργου Κατρούγκαλου

Μέσα στο καλοκαίρι ο Υπουργός Παιδείας εξέδωσε εγκύκλιο με την οποία, υπό το πρόσχημα της ερμηνείας της διαβόητης ΠΥΣ 6/2012, επεδίωξε να καταργήσει όλες τις νομοθετικές εγγυήσεις που ρυθμίζουν την εποπτεία του κράτους επί των ιδιωτικών σχολείων και τις σχέσεις εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Η απόπειρα αυτή συνιστούσε θεσμικό πραξικόπημα και ευθεία παράβαση της διάκρισης των εξουσιών, εφόσον ο Υπουργός σφετερίσθηκε πρωτογενή νομοπαραγωγική αρμοδιότητα, που ανήκει αποκλειστικά στη Βουλή.
Εάν η εγκύκλιος αυτή εφαρμοζόταν, οποιοσδήποτε εκπαιδευτικός θα μπορούσε να απολύεται χωρίς αιτία, οποτεδήποτε, ακόμη και στο μέσο της σχολικής χρονιάς, χωρίς κανένα έλεγχο νομιμότητας από τα αρμόδια υπηρεσιακά συμβούλια του Υπουργείου. Ευτυχώς, όμως, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την απόφαση 380/2013 της Επιτροπής Αναστολών, ανέστειλε την εφαρμογή της εγκυκλίου, μέχρι την εκδίκαση επί της ουσίας της υπόθεσης, τον προσεχή Νοέμβριο.
Η απόφαση αυτή κάθε άλλο παρά μεμονωμένη δεν είναι. Το τελευταίο διάστημα μια σειρά δικαστηρίων, στο πλαίσιο ασφαλιστικών μέτρων, έχουν ευθέως θέσει σε αμφισβήτηση τα παλαιότερα και τελευταία μέτρα αντιμεταρρύθμισης της διοίκησης. Οι περισσότερες από τις αποφάσεις αυτές αφορούν τις πρώτες εκδοχές «απόλυσης με φερετζέ», όπως ήταν η προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα και η εφεδρεία του ν. 4093/2012. Ήδη έχουμε και ένα νέο κύμα προσωρινών διαταγών που διατάζουν την μη εφαρμογή της διαθεσιμότητας του πρόσφατου νόμου 4172/2013 στα νέα θύματα του μνημονιακού κυνηγιού κεφαλών, όπως οι σχολικοί φύλακες.
Παρ’όλα αυτά, η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει ιδιαίτερη σημασία. Και τούτο όχι μόνο διότι προέρχεται από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο έχει δείξει μέχρι στιγμής υπερβολική αυτοσυγκράτηση ως προς τον έλεγχο συνταγματικότητας του μνημονιακού παρασυντάγματος.   Η σημασία της έγκειται κυρίως στην  επιβεβαίωση ότι η Παιδεία αποτελεί προστατευόμενο από το Σύνταγμα κοινωνικό αγαθό και όχι απλό εμπόρευμα. Η αποδοχή αυτή αποτελούσε μέχρι την πρόσφατη πρωτοβουλία του Υπουργείου κοινό τόπο όλων των πολιτικών δυνάμεων της χώρας, της Νέας Δημοκρατίας συμπεριλαμβανομένης. Το Σύνταγμα του 1975, που ψηφίστηκε μόνον από την τελευταία, επιτρέπει μεν την ίδρυση ιδιωτικών σχολείων,  παραπέμπει όμως τη ρύθμιση της λειτουργίας τους και της υπηρεσιακής κατάστασης των ιδιωτικών εκπαιδευτικών στο νόμο. Ο ίδιος ο νόμος, που επιχείρησε η εγκύκλιος να καταργήσει, ψηφίστηκε το 1977, επί υπουργίας Παιδείας του μετέπειτα πρωθυπουργού και αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας.
Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας επιβεβαιώνει την πάγια νομολογία κατά την οποία η απόλυση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών πρέπει να είναι αιτιολογημένη και η νομιμότητας της να κρίνεται από τα Υπηρεσιακά Συμβούλια του Υπουργείου Παιδείας.  Για το λόγο αυτό και δεν περιορίσθηκε να σταθμίσει απλώς τη βλάβη των εκπαιδευτικών που θα απολύονταν αυθαίρετα και χωρίς τις προβλεπόμενες εγγυήσεις, πράγμα που θα ήταν αρκετό για να διατάξει την αναστολή. Θεώρησε επιπλέον σκόπιμο να επαναλάβει την ορθή συνταγματικά θέση, κατά την οποία οι εγγυήσεις αυτές «αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος της εκπαίδευσης και για το λόγο ότι εξασφαλίζουν στους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς λειτουργούς σταθερές, κατά το δυνατόν, συνθήκες εργασίας, ώστε να μπορούν απερίσπαστοι να εκτελούν τα καθήκοντά τους για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση του σκοπού της παιδείας, ο οποίος έχει αναχθεί σε συνταγματικό λόγο δημοσίου συμφέροντος.»
Οι ειδικές ρυθμίσεις για τις σχέσεις εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών αποτελούν, συνεπώς, συνταγματικά επιβαλλόμενη αρμοδιότητα και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να τεθούν εκποδών ούτε καν από τον κοινό νομοθέτη, πολύ περισσότερο από μια απλή εγκύκλιο.  Το Υπουργείο Παιδείας είναι υποχρεωμένο πλέον να απέχει από κάθε ενέργεια υπονόμευσης των υφιστάμενων νομοθετικών εγγυήσεων. Καμιά απόλυση δεν θα γίνει χωρίς απόφαση των αρμόδιων υπηρεσιακών συμβουλίων, απλώς και μόνο επειδή το θέλει η αυθαιρεσία των σχολαρχών.
Στην υπόθεση αυτή η δικαιοσύνη μίλησε. Για να μην έχουμε όμως και στο μέλλον παρόμοια θεσμικά πραξικοπήματα πρέπει να μιλήσει και η κοινωνία. Συλλογικά, καθαρά και βροντερά.


Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία 25/8/2013

Αναζήτηση στο ιστολόγιο