Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Πολιτική επιστράτευση, Σύνταγμα και η Αριστερά του Γιώργου Κατρούγκαλου

Το Σύνταγμα μας δεν συνδέει την πολιτική επιστράτευση με την απεργία. Τη ρυθμίζει σε άλλο άρθρο, ως εξαίρεση στον κανόνα της απαγόρευσης αναγκαστικής εργασίας, για να αντιμετωπιστούν απολύτως εξαιρετικές και έκτακτες ανάγκες, σχετικές με θεομηνίες ή κινδύνους για την δημόσια υγεία, θέματα προφανώς εντελώς άσχετα με τους εργατικούς αγώνες.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του Συντάγματος η πολιτική επιστράτευση (με τον τεχνικό όρο «επίταξη προσωπικών υπηρεσιών») ορίζεται ως εξής:
«4. Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται.
Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της Χώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, καθώς και τα σχετικά με την προσφορά προσωπικής εργασίας στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης για την ικανοποίηση τοπικών αναγκών.»
Η αναγκαστική εργασία, άλλωστε, ρητά απαγορεύεται και από άλλες διεθνείς συμβάσεις (βλ., ιδίως, τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, του  άρθρου 8 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα  και των ΔΣΕ 29, 87 και 105.) Συνεπώς, η επιστράτευση ήδη τρεις φορές μέσα σε ένα χρόνο απεργών (της ΟΛΜΕ, του Μετρό και της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ) αποτελεί κατάφωρη παραβίαση του Συντάγματος και των διεθνών συνθηκών, εφόσον ούτε θεομηνία υπήρχε, ούτε άμεσος κίνδυνος για τη δημόσια υγεία.
Το πρόδηλο της αντισυνταγματικότητας προκύπτει άλλωστε και από το γεγονός ότι η πολιτική επιστράτευση επιβάλλει απόλυτο περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, που διαρκεί για αόριστο χρόνο, χωρίς δηλαδή προσδιορισμένο σημείο λήξης της ισχύος της, εφόσον δεν συνδέεται με συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό. Αυτό σημαίνει ότι και σήμερα, για παράδειγμα, πάνω από ένα χρόνο από την επιστράτευση τους, οι εργαζόμενοι στο Μετρό δεν μπορούν να ασκήσουν το απεργιακό τους δικαίωμα, για οποιοδήποτε μάλιστα θέμα!
Η συγκεκριμένη πολιτική επιλογή (την οποία είχε καταδικάσει ως αυταρχική ο ίδιος ο πρωθυπουργός, όταν ήταν το ΠΑΣΟΚ που επιστράτευε απεργούς) έχει σαφή σκόπευση: να υποτάξει κάθε αντίσταση της κοινωνίας, να επιβεβαιώσει στην πράξη τη ρητορική του νεοφιλελεύθερου μονόδρομου. Για αυτό το λόγο έχει σημασία η οργάνωση της αντεπίθεσης της κοινωνίας και γι’αυτό αναφέρθηκα πρόσφατα στο δικαίωμα πολιτικής ανυπακοής, σε σχέση με την επιστράτευση των απεργών της ΔΕΗ.
Προφανώς, η αναφορά μου ήταν επί της αρχής. Δεν είχα σκοπό να καλέσω αφ’υψηλού –όπως γράφτηκε- τους απεργούς να σκίσουν τα δελτία επιστράτευσης. Όταν η πλειονότητα των εργαζομένων είναι διατεθειμένη να φτάσει μία δίκαιη σύγκρουση στα άκρα, η ιστορία δείχνει ότι η εξουσία θα νικηθεί.  Κανένας όμως δεν έχει το δικαίωμα, έξω από το χορό, να υποδείξει στους απεργούς τι θα κάνουν. Αποτελεί ηθική και πολιτική υποχρέωση κάθε εργαζομένου, και κυρίως του εργατικού σωματείου, να εκτιμήσει την κατάσταση και να υιοθετήσει κάθε φορά την πιο αποτελεσματική στρατηγική.

Η αριστερά, από την πλευρά της, έχει τον δικό της αυτόνομο πολιτικό ρόλο: να δείχνει την ουσία των πολιτικών συγκρούσεων, να διαπαιδαγωγεί στον δρόμο του αγώνα, να οργανώνει την αντίσταση της κοινωνίας. Η ανάπτυξη, άλλωστε, ενός μαζικού, ριζοσπαστικού και δυναμικού κινήματος αποτελεί απολύτως αναγκαίο όρο για την επιτυχία της μελλοντικής κυβέρνησης της αριστεράς. Ρήξεις μόνο από τα υπουργικά γραφεία δεν φέρνουν αποτελέσματα.

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

Σύνταγμα και δημοκρατία στη σύγχρονη Κίνα

του Δημήτρη Καλτσώνη

Εισήγηση στην εκδήλωση του ΜΑΧΩΜΕ, 15/4/2014
Τι κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις εκφράζει και ρυθμίζει το Σύνταγμα της Κίνας; Τι είδους πολίτευμα οργανώνει; Ποιά είναι η σχέση του με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα; Όπως κάθε Σύνταγμα, αντανακλά ένα συσχετισμό κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, ο οποίος μάλιστα συσχετισμός περιλαμβάνει μια κυρίαρχη συνιστώσα. Ποιος ακριβώς είναι αυτός;
Τα ερωτήματα αυτά δεν μπορούν βέβαια να απαντηθούν και μάλιστα με πληρότητα στο πλαίσιο μιας παρέμβασης. Θα επιχειρήσω, ωστόσο, να σκιαγραφήσω, με αδρές έστω γραμμές, τη φυσιογνωμία του Συντάγματος της Κίνας επιλέγοντας δυο πυλώνες οι οποίοι είναι χαρακτηριστικοί για κάθε Σύνταγμα: τις διατάξεις που συγκροτούν το οικονομικό Σύνταγμα, δηλαδή τις διατάξεις που αντανακλούν τις κυρίαρχες κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις αλλά και που συμβάλλουν στη ρύθμιση της οικονομίας και τα άρθρα τα σχετικά με την οργάνωση του πολιτεύματος και της δημοκρατίας.


Το οικονομικό Σύνταγμα

Μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση του 1917 και το πρώτο Σοβιετικό Σύνταγμα του 1918, τα Συντάγματα, ως προς τις οικονομικές τους διατάξεις, μπορούν να διαχωριστούν, ίσως με μια κάποια δόση απλούστευσης, σε δυο μεγάλες κατηγορίες: α. Σε εκείνα που κατά βάση θεμελιώνουν την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής μέσα από γενικές διατάξεις περί κατοχύρωσης της ιδιοκτησίας, ακόμη και αν, στην περίοδο της κεϋνσιανής διαχείρισης της οικονομίας, βρίθουν διατάξεων που επιτρέπουν την κρατική παρέμβαση στην οικονομία. β. σε εκείνα που κατά βάση εξαγγέλλουν την κρατική ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής ακόμη και αν αφήνουν ένα μικρό ή μεγαλύτερο περιθώριο στην ιδιωτική οικονομία. Σε ποια από τις δυο μεγάλες κατηγορίες μπορεί να ενταχθεί το σημερινό Κινέζικο Σύνταγμα;
Τα άρθρα 6 έως και 18 του Κινέζικου Συντάγματος συγκροτούν το λεγόμενο οικονομικό Σύνταγμα. Υπάρχουν ωστόσο αναφορές και στο προοίμιο του Συντάγματος που έχουν οικονομική κατευθυντήρια σημασία. Από το σύνολο αυτών των άρθρων, τέσσερα είναι εκείνα που έχουν κομβική σημασία: τα άρθρα 15, 11, 6 και 18. Εδώ θα αναφερθούμε ιδίως στα πλέον σημαντικά άρθρα 15 και 11.
Το Σύνταγμα του 1982, ακόμη και μετά την αναθεώρησή του το 1988, μπορούσε κατά βάση να ενταχθεί στην ομάδα των σοσιαλιστικών Συνταγμάτων. Ανεξάρτητα από το βαθμό πραγματικής κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και ουσιαστικής συμμετοχής των εργαζομένων στο σχεδιασμό, τα άρθρα 6, 7 και 15 θεμελίωναν τη δημόσια ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και το σχεδιασμό ως βάση της οικονομικής ανάπτυξης.
Οι αλλαγές που επήλθαν από την αναθεώρηση του 1993 και μετά, αποτυπώνουν αλλά και ρυθμίζουν έναν διαφορετικό οικονομικό βηματισμό. Το άρθρο 15 (όπως ίσχυε μέχρι το 1993 αφού δεν τροποποιήθηκε στην αναθεώρηση του 1988) όριζε ότι «το κράτος εφαρμόζει τον οικονομικό σχεδιασμό στη βάση της σοσιαλιστικής δημόσιας ιδιοκτησίας» και ότι συμπληρωματικά μόνο αξιοποιεί το ρόλο της ρύθμισης της οικονομίας μέσω της αγοράς.
Κατά την αναθεώρηση του 1993 υπήρξε στο σημείο αυτό μια τομή. Το άρθρο αντικαταστάθηκε πλήρως. Στην παρ. 1 του άρθρου 15 ορίζεται πλέον πως «το κράτος εφαρμόζει τη σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς». Επρόκειτο για υλοποίηση των αποφάσεων του συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος που είχαν ληφθεί το προηγούμενο έτος. Αν μέχρι τότε η πορεία προς την εμπορευματοποίηση της οικονομίας γινόταν εντός κάποιων ορίων, αν και έτεινε να εξέλθει αυτών, μετά το 1993 παρουσιάζεται μια νέα κατάσταση.
            Στην ίδια λογική το 1993, σε αντιστοιχία με την τροποποίηση του άρθρου 15, προστέθηκε διατύπωση στο άρθρο 16 παρ. 1 που καθόριζε ότι «εντός του πλαισίου που ορίζει ο νόμος, οι επιχειρήσεις που ανήκουν στο κράτος απολαμβάνουν αυτονομίας». Διεύρυνε έτσι τον εμπορευματικό χαρακτήρα των ίδιων των κρατικών επιχειρήσεων.
            Ένα επόμενο σημαντικό βήμα καταγράφηκε στην αναθεώρηση του άρθρου 11. Το 1988 έγινε μια προθήκη στο άρθρο αυτό αλλά η σημαντική αλλαγή επήλθε το 1999. Το περιεχόμενο του άρθρου άλλαξε ολοκληρωτικά. Το νέο ουσιαστικά άρθρο ορίζει ότι: «η ατομική οικονομία, η ιδιωτική οικονομία και οι άλλες μη δημόσιες μορφές οικονομίας, όπως ορίζονται από το νόμο, συγκροτούν ένα σημαντικό τμήμα της σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς». Στο ίδιο πνεύμα υπήρξε προσθήκη μιας δεύτερης παραγράφου στο άρθρο 6. Ήταν μάλλον το δεύτερο καίριο συνταγματικό βήμα στη λογική της εμπέδωσης και επέκτασης της «σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς».
Στην τελευταία αναθεώρηση του 2004 ενισχύθηκε ακόμη παραπέρα η λογική αυτή με την προσθήκη εδαφίου στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 11 που καθορίζει ότι «Το Κράτος ενθαρρύνει, υποστηρίζει και προσανατολίζει την ανάπτυξη της μη δημόσιας οικονομίας και διασφαλίζει τον έλεγχο και τη διαχείριση αυτού του τομέα σύμφωνα με το νόμο». Εναρμονιζόμενο, το άρθρο 13 ορίζει πλέον ότι «η νόμιμη ιδιωτική ιδιοκτησία των πολιτών είναι απαραβίαστη».
Διακρίνεται επομένως ανάγλυφα η πορεία, με κύριο ορόσημο το 1993, από την κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τη σχεδιασμένη οικονομία προς την ολοένα και μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση των ίδιων των κρατικών επιχειρήσεων και της διεύρυνσης του ρόλου του ιδιωτικού κεφαλαίου και της αγοράς. Από την αναθεώρηση του 1993 το Σύνταγμα υπερβαίνει τα όρια μιας οικονομικής πολιτικής τύπου ΝΕΠ. Ας σημειωθεί ότι ήδη κατά τη δεκαετία του 1980 οι κρατικές επιχειρήσεις, εξαιτίας της έλλειψης ουσιαστικού λαϊκού ελέγχου και της συγκέντρωσης των αποφάσεων στα χέρια της κυβερνητικής -  κομματικής ηγεσίας, μαστίζονταν από την διαφθορά των αξιωματούχων. Το γεγονός είχε επισημανθεί το 1985 με τον πιο εμφατικό τρόπο από τον Chen Yun, βετεράνο του απελευθερωτικού αγώνα, υπεύθυνου του πρώτου πεντάχρονου πλάνου και μέλους τότε της μόνιμης επιτροπής του πολιτικού γραφείου του ΚΚ Κίνας.


            Η Δημοκρατία

            Ο δεύτερος συνταγματικός πυλώνας που χρήζει μελέτης είναι το είδος της δημοκρατίας που εγκαθιστά το Σύνταγμα. Πρόκειται για κάποιου τύπου σοσιαλιστική δημοκρατία; Ποιο είναι το κριτήριο βάσει του οποίου πρέπει να αποφανθεί κανείς, γνωρίζοντας παράλληλα ότι στην κοινωνία και στη φύση τίποτα δεν βρίσκεται σε απόλυτη, καθαρή μορφή και ότι τίποτα δεν μένει στατικό, όλα εξελίσσονται προς τη μια ή άλλη κατεύθυνση;
            Το κριτήριο μας το παρέχει η κοινωνική πράξη, οι εμπειρίες των σοσιαλιστικών επαναστάσεων που προηγήθηκαν και η σχετική θεωρητική γενίκευση. Αν θέλουμε συνοπτικά να παραθέσουμε τα κριτήρια της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, θα ανατρέξουμε στα χαρακτηριστικά της Κομμούνας του Παρισιού, στο έργο του Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» και στο «Κράτος και επανάσταση» του Λένιν. Άρα: για όλους τους κρατικούς λειτουργούς αιρετότητα, ανακλητότητα, εναλλαγή, εργατικός και λαϊκός έλεγχος από τα κάτω, αμοιβή των κρατικών στελεχών με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό.
            Πως διαμορφώνονται οι σχετικές συνταγματικές διατάξεις; Αποτυπώνουν μια τέτοια αντίληψη; Αλλά, ακόμη σημαντικότερο, πώς εφαρμόζονται στην πράξη; Το Σύνταγμα της ΛΔ Κίνας προβλέπει την εκλογή όλων των αντιπροσωπευτικών οργάνων και τη δυνατότητα ανάκλησης των βουλευτών στο άρθρο 77. Όμως, στις εκλογές, ήδη από το πρώτο Σύνταγμα του 1954, δεν παρουσιάζονται πολλαπλές υποψηφιότητες, αν και τελευταία, υπάρχουν κάποιοι περιορισμένοι πειραματισμοί σε τοπικό επίπεδο. Η ίδια η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση, η οποία με βάση τη μαρξιστική αντίληψη θα έπρεπε να είναι το κέντρο της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας αποτελεί ένα όργανο που συνέρχεται μόνο μια φορά το χρόνο σε μια ολιγοήμερη σύνοδο. Το ίδιο συνέβαινε ήδη με το Σύνταγμα του 1954.
Πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι δεν υπάρχει καμιά αναφορά σε θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, όπως οι λαϊκές συνελεύσεις στους χώρους εργασίας ή κατοικίας που προέβλεπε το πρώτο σοβιετικό Σύνταγμα ή όπως προβλέπει το σημερινό Σύνταγμα της Κούβας. Κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν ούτε από το πρώτο Σύνταγμα του 1954.
Η ίδια η οικονομική θέση των διευθυντικών στελεχών του κράτους και της οικονομίας τους εξασφαλίζει προνομιακή κοινωνική θέση και αναιρεί τη δυνατότητα λαϊκού ελέγχου. Ήδη στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η ψαλίδα των νόμιμων εισοδημάτων ανάμεσα στους εργάτες και στα στελέχη ήταν 1:15 με αυξητική τάση.
Επιπλέον, όπως έδειξε η ιστορική εμπειρία, χωρίς να υποτιμώνται οι συνταγματικές διακηρύξεις, το κρίσιμο ζήτημα είναι η διαμόρφωση των κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών συνθηκών που να επιτρέπουν την ουσιαστική ενάσκηση των δικαιωμάτων από ολοένα και πλατύτερα τμήματα του πληθυσμού και, ιδίως, από τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα και την εργατική τάξη.
Για παράδειγμα, το άρθρο 35 προβλέπει με μια λιτή διατύπωση την ελευθερία του λόγου, του τύπου, των συναθροίσεων, της συνένωσης. Η πρακτική εφαρμογή της συνταγματικής διάταξης είναι καθοριστική για την ενάσκηση και των λοιπών δικαιωμάτων, μαζί αυτών του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, της ανάκλησης των αντιπροσώπων, του ελέγχου τους από τους εκλογείς. Αντίστοιχες ρυθμίσεις υπήρχαν, για παράδειγμα, στο Σύνταγμα της ΕΣΣΔ του 1977 (άρθρα 48 και 107) αλλά και σε όλα τα Συντάγματα των πρώην σοσιαλιστικών κρατών. Είχαν όμως περιέλθει σε αχρησία.
Ανησυχητική είναι, από την άποψη του πολιτικού κλίματος που μπορεί να διαμορφώνει, η διάταξη του άρθρου 54 του Κινέζικου Συντάγματος που ορίζει πως «οι πολίτες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας … δεν πρέπει να έχουν συμπεριφορά που βλάπτει την ασφάλεια, την τιμή και τα συμφέροντα της πατρίδας». Στο ίδιο πνεύμα βρίσκεται η διάταξη του άρθρου 53 που ορίζει ότι οι πολίτες της χώρας έχουν υποχρέωση να σέβονται όχι μόνο το Σύνταγμα και τους νόμους, όχι μόνο τη «δημόσια τάξη» (αναφορές που άλλωστε δεν χρειάζεται να περιλαμβάνονται σε ένα συνταγματικό κείμενο) αλλά και «τους κανόνες της κοινωνικής ηθικής».
Είναι φανερό ότι τέτοιες εξαιρετικά αόριστες διατυπώσεις και ασαφείς έννοιες μπορούν να καταστούν ιδιαίτερα επικίνδυνες για τις λαϊκές ελευθερίες καθώς εύκολα ερμηνεύονται από τις εκάστοτε αρχές κατά το δοκούν. Μεγαλώνει έτσι η αυτονομία των κυβερνώντων, τα περιθώρια αυθαιρεσίας τους, οδηγείται σε αφυδάτωση η δημοκρατία.
            Ενδεικτική είναι η τύχη της εφαρμογής του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος το οποίο περιλαμβάνει μια πρωτοποριακή διάταξη η οποία ορίζει ότι «σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου, οι κρατικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν δημοκρατική διαχείριση μέσω των συνελεύσεων των αντιπροσώπων των εργαζομένων και μέσω άλλων οδών». Στο ίδιο μήκος κύματος η παρ. 2 του άρθρου 17 καθορίζει πως «οι συλλογικοί οικονομικοί οργανισμοί εφαρμόζουν δημοκρατική διαχείριση, εκλέγουν και παύουν σύμφωνα με το νόμο τους διαχειριστές και λαμβάνουν τις αποφάσεις σχετικά με τα μεγάλα προβλήματα διαχείρισης της επιχείρησης».
Οι διατάξεις αυτές θα μπορούσαν να αποδειχθούν πολύ σημαντικές για την ποιότητα της δημοκρατίας στην Κίνα. Η κοινωνικοπολιτική πρακτική όμως δείχνει ότι τόσο ο νόμος που εξειδικεύει τις συνταγματικές διατάξεις όσο και η εφαρμογή του θεσμού στην πράξη τον έχουν καταστήσει ανενεργό και, πάντως, η όποια εφαρμογή είναι σε μεγάλο βαθμό προσχηματική.
            Φαίνεται λοιπόν πως στην Κίνα, μέσα από ιδιαίτερους δρόμους,  όπως και στα άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη, η αυτονόμηση της κρατικής γραφειοκρατίας οδήγησε στην ανενέργεια συνταγματικών διατάξεων, στην αποδυνάμωση της δημοκρατίας και του λαϊκού ελέγχου, στην υποτίμηση του ρόλου του δικαίου. Η τάση που παρατηρείται σήμερα στην Κίνα για αναβάθμιση του ρόλου του δικαίου και που χαρακτηριστικά αποτυπώθηκε στην προσθήκη του άρθρου 5 κατά την αναθεώρηση του 1999 ότι η Κίνα είναι ένα «σοσιαλιστικό κράτος δικαίου», σχετίζεται κυρίως με την ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρήθηκε στα τελευταία χρόνια της ΕΣΣΔ.
            Σε κάθε περίπτωση, η υβριδική μορφή κράτους και δικαίου που παρουσιάζεται στην Κίνα βρίσκεται σε εξέλιξη και οι προκλήσεις για την επιστημονική έρευνα είναι τεράστιες.


μπορείτε να βρείτε το άρθρο και εδώ

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ


του Δημήτρη Καλτσώνη

περ. Ουτοπία, τευχ. 106, 2014, σελ. 85-94


Όπως έχει δείξει η ιστορική εμπειρία, σε κάθε οικονομική και πολιτική κρίση τίθεται το ερώτημα: «χρειαζόμαστε λιγότερη ή περισσότερη δημοκρατία για να εξέλθουμε από την κρίση;». Ιστορικά, έχουν δοθεί απαντήσεις και στις δυο κατευθύνσεις[1].
Τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς, ειδικά η μελέτη της κρίσης του 1929 έδειξε ότι ο περιορισμός της δημοκρατίας μέχρι και η εξάλειψή της υπήρξε μια προσφιλής διέξοδος για τις κυρίαρχες τάξεις. Η βίαιη αναδιανομή του πλούτου σε βάρος των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων δεν μπορούσε να υλοποιηθεί απρόσκοπτα παρά μόνο αν α. υπήρχε ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση της εξουσίας στην εκτελεστική και σε εξωθεσμικά κέντρα, β. εκτεταμένα φαινόμενα παραβιάσεων του Συντάγματος γ. επέκταση των περιπτώσεων ανενέργειας του νόμου, ειδικά όσων κατοχυρώνουν δικαιώματα δ. νομοθετικός περιορισμός των ελευθεριών και δικαιωμάτων.
Όταν αυτό δεν αρκούσε για τη σταθερότητα του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος, οι κυρίαρχες τάξεις ευνοούσαν ή κατέφευγαν στην κατάλυση της συνταγματικής νομιμότητας και της δημοκρατίας τουλάχιστον για όσο διάστημα ήταν αναγκαία η -κατά Τζακ Λόντον- «σιδερένια φτέρνα».
Στις μέσου επιπέδου ανάπτυξης χώρες και, ακόμη περισσότερο, στις λιγότερο αναπτυγμένες, η κρίση και ο δραστικός περιορισμός της δημοκρατίας συνοδεύεται από δύο ακόμη φαινόμενα που πλήττουν τον πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας: α. την περαιτέρω συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας, με τρόπο είτε συνταγματικό είτε κατά παραβίαση του Συντάγματος, β. την επιβολή αλλοδαπών δικαικών προτύπων.


Η ανάγκη σύγκλησης Συντακτικής Συνέλευσης

Η υπέρβαση της κρίσης δεν πρέπει και δεν μπορεί να γίνει ερήμην του λαού ή, ακόμη χειρότερα, σε αντίθεση με τις προσδοκίες του. Η λήψη κρίσιμων αποφάσεων που επηρεάζουν δραματικά τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων επιτάσσει την ευρύτερη δυνατή λαϊκή συμμετοχή. Επιβάλλει πραγματική δημοκρατική συζήτηση και, μάλιστα, με όρους, όσο το δυνατό καλύτερους. Είναι καλό η συζήτηση να διεξάγεται στο έδαφος των πραγματικών δεδομένων, με ουσιαστική πληροφόρηση και κριτήριο τις ανάγκες της μεγάλης πλειονότητας του πληθυσμού.
H οικονομική κρίση και η υπέρβασή της σε όφελος, και όχι σε βάρος των συμφερόντων, του βιοτικού επιπέδου και των κατακτήσεων της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας θέτει το θεμελιώδες ερώτημα του δρόμου της κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης. Ο λαός πρέπει να βρεθεί στο επίκεντρο των αποφάσεων έτσι ώστε ο ίδιος να αποφασίσει για τα μέτρα εκείνα που χρειάζεται να ληφθούν, για την κατεύθυνση της ανάπτυξης που θα επιλέξει. Αυτό προϋποθέτει ανάπτυξη και εμβάθυνση της δημοκρατίας και των ελευθεριών και όχι το αντίθετο. Σημαίνει αντίστοιχες αλλαγές στο δίκαιο και πρώτιστα στο θεμελιώδη νόμο της χώρας, στο Σύνταγμα.
Μια βαθιά τομή θα μπορούσε να γίνει με την υιοθέτηση ενός νέου Συντάγματος και όχι απλά με την αναθεώρηση του υπάρχοντος. Η υιοθέτηση ενός νέου Συντάγματος προϋποθέτει βέβαια μεταβολή στην κοινωνική συνείδηση, ριζική αλλαγή του συσχετισμού των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Αυτό μπορεί να είναι έργο μιας ριζοσπαστικής δημοκρατικής διαδικασίας που θα χαρακτηρίζεται από την ουσιαστική λαϊκή συμμετοχή και αφύπνιση και θα μορφοποιείται στη σύγκληση μιας Συντακτικής Συνέλευσης. Ιστορικά έχει φανεί ότι επαναστατικές αλλαγές ή έστω ριζικές πολιτικές μεταβολές αποτυπώθηκαν στη σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης. Αλλά και αντίστροφα, το αίτημα για Συντακτική Συνέλευση και νέο Σύνταγμα ευνόησε την ανάπτυξη ριζοσπαστικών πολιτικών διεργασιών.
Έχει βέβαια ιδιαίτερη σημασία η διαδικασία σύγκλησής της να είναι πραγματικά προϊόν της λαϊκής πρωτοβουλίας και αυτενέργειας, να έχει βαθιά και ουσιαστικά δημοκρατικά χαρακτηριστικά, να μην είναι πρωτοβουλία της κυρίαρχης τάξης. Απαιτείται επίσης η διαδικασία συζήτησης και εκλογής των αντιπροσώπων μιας Συντακτικής Συνέλευσης να διεξαχθεί με όσο το δυνατό πιο δημοκρατικό και ελεύθερο τρόπο.
Για παράδειγμα, χαρακτήρα Συντακτικής Συνέλευσης είχε το συνέδριο των Σοβιέτ στη Ρωσία που υιοθέτησε το πρώτο σοβιετικό Σύνταγμα του 1918[2]. Ήταν καρπός της επαναστατικής συμμετοχής ευρύτερων στρωμάτων των εργαζομένων και βασιζόταν στο σύστημα των σοβιέτ (συμβουλίων) που παρείχαν τη δυνατότητα αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών αλλά και ελέγχου και ανάκλησης των αιρετών αντιπροσώπων.
Συντακτική Συνέλευση, που προέκυψε από αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων αλλά όχι από επανάσταση, υιοθέτησε επίσης το μπολιβαριανό Σύνταγμα της Βενεζουέλας του 1999. Παρότι δεν σημειώθηκε κάποια επανάσταση, υπήρξε και στην περίπτωση αυτή ιδιαίτερη κινητικότητα του λαού και διαδικασίες δημοκρατικής συμμετοχής με δημοψηφίσματα, λαϊκές συνελεύσεις κλπ. Με παρόμοιο τρόπο υιοθετήθηκαν τα νέα Συντάγματα της Βολιβίας και του Εκουαδόρ[3].
Αν όμως δεν συντρέχουν οι ανωτέρω όροι, δηλαδή λαϊκή αυτενέργεια και ουσιαστικές δημοκρατικές διαδικασίες, η Συντακτική Συνέλευση μπορεί να εξελιχθεί σε βιτρίνα αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων. Υπήρξαν έτσι περιπτώσεις Συντακτικών Συνελεύσεων που είχαν αντιδημοκρατικό περιεχόμενο. Τέτοια, για παράδειγμα, ήταν η ψευδο-συντακτική που συνήλθε στην Ελλάδα μετά τις πραξικοπηματικές ενέργειες του 1935. Οι συνθήκες εκλογής της δεν πληρούσαν τα στοιχειώδη δημοκρατικά κριτήρια αφού ήταν προϊόν περιορισμού των ελευθεριών και βίας. Οδήγησε τελικά στην κατάργηση του Συντάγματος του 1927 και στην επαναφορά της βασιλείας με νόθο δημοψήφισμα, ενώ στη συνέχεια με εξίσου αυθαίρετο τρόπο ο βασιλιάς την κατάργησε[4]. Παρόμοιο περιεχόμενο είχε η Συντακτική Συνέλευση που έγινε προσπάθεια να συγκληθεί στη Ρωσία μετά τον Οκτώβριο του 1917. Οι εκλογές για την ανάδειξη των αντιπροσώπων σε αυτήν είχαν γίνει πολύ καιρό νωρίτερα (όταν ήταν πολύ διαφορετικό το πολιτικό τοπίο) και με αντιδημοκρατικό εκλογικό σύστημα που δεν επέτρεπε στους εκλογείς να ανακαλέσουν τους αντιπροσώπους τους[5]. Με τον τρόπο αυτό η Συντακτική Συνέλευση δεν μπορούσε να εκπροσωπεί πραγματικά τη λαϊκή βούληση.
Μια Συντακτική Συνέλευση στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, καρπός της λαϊκής αυτενέργειας και δημοκρατικής συμμετοχής, θα μπορούσε να υιοθετήσει νέο, καινοτόμο δημοκρατικό Σύνταγμα και να αναμορφώσει αντίστοιχα το νομικό και πολιτικό πλαίσιο. Το Σύνταγμα δεν είναι πανάκεια αλλά μπορεί να αποτελέσει μορφή «εγκοίτωσης», όπως έγραφε ο Σβώλος για το Σύνταγμα του 1911[6], της αγωνίας και των διεκδικήσεων της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας.
Η τέτοια συνταγματική αλλαγή θα πρέπει να περιλαμβάνει α. ριζικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα και στη δημοκρατία έτσι ώστε να κατοχυρώνεται ένας καίριος ρόλος στην εργατική τάξη και στα άλλα λαϊκά στρώματα, β. να διευκολύνει τη μεταβολή του κοινωνικο-οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης έτσι ώστε να συμβάλλει στην αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των ασθενέστερων στρωμάτων ανοίγοντας το δρόμο για την εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων και της εκμετάλλευσης.


Κατοχύρωση εθνικής ανεξαρτησίας

Πρωτίστως, όμως, με βάση τις σύγχρονες εξελίξεις και, ιδίως, τον οικονομικό έλεγχο του ασκούν στη χώρα μας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το δημοκρατικό πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί είναι η επαναρρύθμιση των σχέσεων της Ελλάδας με τέτοιου είδους οργανισμούς.
Επείγει η διεκδίκηση της οικονομικής και πολιτικής ανεξαρτησίας της χώρας. Πρόκειται για κομβικής σημασίας ζήτημα. Χωρίς την επίλυσή του δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για εμβάθυνση της δημοκρατίας γενικότερα ούτε για αλλαγή του τρόπου κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης της χώρας.
Το ζήτημα αυτό δεν είναι πρώτιστα συνταγματικό – νομικό, είναι όμως και τέτοιο. Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα κατέχει δευτερεύοντα, σχετικά ασθενή και πάντως συμπληρωματικό ρόλο στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία και ήταν λίγο πολύ πάντοτε εξαρτημένη από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Το δεδομένο αυτό αποτυπώνεται διαχρονικά στο δίκαιο. Από την επιβολή της μοναρχίας – σύμβολο και συμπύκνωση της ξενοκρατίας- σε όλα τα Συντάγματα πριν το 1975 (με την εξαίρεση εκείνου του 1927) μέχρι το άρθρο 112 του Συντάγματος του 1952 που κατοχύρωνε προνόμια για το ξένο κεφάλαιο και επαναλαμβανόταν αυτούσιο τόσο στα χουντικά «Συντάγματα» του 1968 και 1973 όσο και στο άρθρο 9 της Συντακτικής Πράξης της 1.8.1974 και στο μετέπειτα άρθρο 107 του Συντάγματος του 1975.
Η συνταγματική αποτύπωση της ανισότιμης θέσης της χώρας συνεχίστηκε με το σημερινό άρθρο 28, συγκεκριμένα με τις παραγράφους 2 και 3. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με την προσθήκη της ερμηνευτικής δήλωσης στα άρθρα 28 και 80 κατά τη συναινετική αναθεώρηση του 2001, που υποτάσσει ουσιαστικά άνευ όρων το νομικό μας σύστημα στις επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης[7].
Η λογική των διατάξεων αυτών μέχρι την εκδήλωση της κρίσης και την υπαγωγή της χώρας μας σε καθεστώς επιτροπείας, δεν αμφισβητούνταν ή τουλάχιστον οι όποιες αμφισβητήσεις αποτελούσαν εξαίρεση. Οι τρέχουσες οδυνηρές εμπειρίες επιτρέπουν να ανοίξει και πάλι ο διάλογος για τα θέματα αυτά.
Πρέπει να θυμίσουμε ότι κατά την αναθεωρητική διαδικασία του 1975 το πολιτικό κλίμα και η συνταγματικές αναζητήσεις ήταν διαφορετικές. Η τότε αντιπολίτευση αντιτάχθηκε με τον ένα ή άλλο τρόπο στις δυνατότητες παραχώρησης εθνικής κυριαρχίας των άρθρων 27 και 28. Ως έσχατο μέτρο διαφύλαξης της εθνικής κυριαρχίας, δηλαδή των βάσεων της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας, προτάθηκε η υιοθέτηση ιδιαίτερα αυξημένης πλειοψηφίας 2/3 προκειμένου να μπορεί η Βουλή να προβεί σε περιορισμούς της εθνικής κυριαρχίας είτε για την παραμονή ή διέλευση ξένων στρατευμάτων από την επικράτεια[8].
Υπάρχουν σύγχρονες συνταγματικές και πολιτικές εμπειρίες που πρέπει να αξιολογηθούν και, γιατί όχι, να αξιοποιηθούν.  Οι εμπειρίες αυτές προτάσσουν την ισότιμη συμμετοχή των χωρών στο διεθνές γίγνεσθαι και, σε συνάφεια με αυτό, τη διαφύλαξη των ζωτικών πόρων και πλουτοπαραγωγικών πηγών τους.
Το μπολιβαριανό Σύνταγμα της Βενεζουέλας του 1999 α. με το άρθρο 12 διακήρυξε ότι τα πετρελαϊκά κοιτάσματα και ο ορυκτός πλούτος που βρίσκεται στον εθνικό χώρο και στην ΑΟΖ αποτελούν δημόσια περιουσία, β. με τα άρθρα 302-303 δόθηκε η δυνατότητα εθνικοποίησης της πετρελαϊκής βιομηχανίας, γ. με βάση το άρθρο 302 εθνικοποιήθηκαν μερικές ακόμη πολυεθνικές.           Αντίστοιχες διατάξεις, όχι πάντοτε τόσο ριζοσπαστικές, συναντάμε στα Συντάγματα της Βολιβίας και του Εκουαδόρ.
Η Βραζιλία επίσης με τα άρθρα 171, 176, 178 και 190 του Συντάγματός της επιφυλάσσει ρητά προνομιακή μεταχείριση των βραζιλιάνικων συμφερόντων εταιρειών, σε σχέση με τις ξένες εταιρείες, σε μια σειρά κομβικής σημασίας τομείς της οικονομίας[9].
Το Σύνταγμα της Πορτογαλίας που υιοθετήθηκε το 1976 μετά την ανατροπή της δικτατορίας, έχοντας υπόψη την ασυδοσία των πολυεθνικών εταιρειών κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, περιελάμβανε επίσης μια ενδιαφέρουσα διάταξη. Στο άρθρο 86 όριζε ότι «Ο νόμος επιβάλλει πειθαρχία στην οικονομική δραστηριότητα και τις επενδύσεις των ξένων φυσικών ή νομικών προσώπων για να εξασφαλίζει τη συμβολή τους στην ανάπτυξη  της χώρας, σύμφωνα με το Πρόγραμμα, και να προασπίζει την εθνική ανεξαρτησία και τα συμφέροντα των εργαζομένων».
Πιο προωθημένο από τα προηγούμενα, το ισχύον Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Κούβας στο άρθρο 11 ορίζει στην παρ. 2 ότι «Η Δημοκρατία της Κούβας αποκηρύσσει και θεωρεί παράνομες και άκυρες τις συνθήκες, συμβάσεις ή παραχωρήσεις, που συνήφθησαν σε συνθήκες ανισότητας ή οι οποίες ακυρώνουν ή μειώνουν την εθνική κυριαρχία της και την εδαφική της ακεραιότητα» και στην παρ. 3: «Οι οικονομικές, διπλωματικές και πολιτικές σχέσεις με οποιοδήποτε άλλο Κράτος δε θα μπορούν ποτέ να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης υπό καθεστώς επίθεσης, απειλής ή εξαναγκασμού από ξένη δύναμη».
Οι συνταγματικές αυτές πρόνοιες δεν εμποδίζουν τις χώρες αυτές να συμμετέχουν σε διαδικασίες οικονομικής και πολιτικής συνεργασίας. Τόσο η Βενεζουέλα, όσο και η Βραζιλία είναι εξαιρετικά δραστήριες στο χώρο αυτό διαφυλάσσοντας τα εθνικά συμφέροντα. Η Βραζιλία μάλιστα στο άρθρο 4 του Συντάγματός της διακηρύσσει τη βούλησή της να συμμετέχει στις διαδικασίες της λατινοαμερικανικής ενοποίησης.
Αντίστοιχα η Κούβα συμμετέχει δραστήρια και ισότιμα στην ΑLΒΑ υλοποιώντας τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 12 εδ. γ του Συντάγματός της που ορίζει ότι η Κούβας «επιβεβαιώνει τη θέλησή της για ενοποίηση και συνεργασία με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, των οποίων η κοινή ταυτότητα, καθώς και η ιστορική αναγκαιότητα να προχωρήσουμε μαζί προς την οικονομική και πολιτική ενοποίηση για την επίτευξη της πραγματικής ανεξαρτησίας, θα μας επέτρεπε να καταλάβουμε τη θέση που μας αντιστοιχεί στον κόσμο».
Ακόμη και χώρες μέλη της ΕΕ έχουν υιοθετήσει πιο προσεκτική στάση σε σχέση με την Ελλάδα. Η Γαλλία για παράδειγμα, με τις προσεκτικές διατυπώσεις του άρθρου 88 του Συντάγματός της διατηρεί μια σχετική απόσταση από τις εξελίξεις στην ΕΕ διαφυλάσσοντας την εθνική της κυριαρχία[10].
Κατά συνέπεια, η εκχώρηση κυριαρχίας, όπως προβλέπεται στις παρ. 2, 3 του άρθρου 28 και στην παρ. 2 του άρθρου 27 του ισχύοντος Ελληνικού Συντάγματος είναι αναχρονιστική και επικίνδυνη. Θα πρέπει επί της αρχής να αποκλείεται. Οι διεθνείς σχέσεις της χώρας μπορούν να αναπτυχθούν ολόπλευρα και πολύπλευρα σε ισότιμη βάση. Είναι δυνατό, όταν ο συσχετισμός των κοινωνικο-πολιτικών δυνάμεων το επιτρέψει,  να αξιοποιηθούν οι προαναφερθείσες συνταγματικές εμπειρίες άλλων χωρών.
Ανάλογη θέση θα πρέπει να λαμβάνει ένα πρωτοποριακό Σύνταγμα για την παραχώρηση στρατιωτικών βάσεων σε ξένη δύναμη. Μπορεί και εδώ να ακολουθηθεί το παράδειγμα του άρθρου 13 παρ. 2 του Συντάγματος της Βενεζουέλας και του άρθρου 10 παρ. 3 του Συντάγματος της Βολιβίας, που απαγορεύουν κάθε τέτοια παραχώρηση του εθνικού εδάφους[11].


Ριζοσπαστική δημοκρατία

Η διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας δεν αρκεί από μόνη της για τη διεύρυνση της δημοκρατίας και των ελευθεριών. Αυτό απαιτεί μια ευρύτερη δέσμη αλλαγών που θα περιλαμβάνει:
α. την ισχυροποίηση του ρόλου του εκλογικού σώματος μέσω της εισαγωγής θεσμών άμεσης δημοκρατίας. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με την εισαγωγή θεσμών όπως η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, το δημοψήφισμα σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο με πρωτοβουλία των πολιτών και δεσμευτική ισχύ[12], το δικαίωμα των μαζικών φορέων των εργαζομένων να υποβάλλουν προτάσεις νόμων[13], η δυνατότητα των πολιτών να συζητούν, να αποδέχονται ή να απορρίπτουν σχέδια νόμων αλλά και ψηφισμένους νόμους, να προκαλούν αναθεώρηση του Συντάγματος ή να αποφασίζουν τη σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης[14].
β. τον έλεγχο του λαού στους βουλευτές και γενικότερα στους εκλεγμένους αντιπροσώπους του. Σε αυτό θα μπορούσε να συμβάλλει η υιοθέτηση του εκλογικού συστήματος της απλής αναλογικής αλλά και η εισαγωγή της δυνατότητας των εκλογέων να ανακαλούν τους αντιπροσώπους τους κατά το πρότυπο των Συνταγμάτων της Βενεζουέλας, της Βολιβίας και του Εκουαδόρ[15].
γ. την κατάργηση όλων εκείνων των συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων που περιορίζουν τις λαϊκές ελευθερίες και, ιδίως, το δικαίωμα στην απεργία, στις συναθροίσεις, στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, πρώτιστα στους εργασιακούς χώρους. Πιο συγκεκριμένα απαιτείται η αναμόρφωση της εργατικής νομοθεσίας με στόχο την κατοχύρωση πλήρους συνδικαλιστικής και πολιτικής ελευθερίας για τους εργαζόμενους.
δ. την ενίσχυση της Βουλής έναντι της εκτελεστικής εξουσίας ιδίως με το δραστικό περιορισμό του θεσμού των νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων και με άλλες αλλαγές στη λειτουργία της Βουλής.
ε. τον ολόπλευρο εκδημοκρατισμό του κρατικού μηχανισμού και πρωτίστως των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Αυτό θα μπορούσε να γίνει με την εισαγωγή συνταγματικών διατάξεων που θα προσανατολίζουν στη ριζική τροποποίηση λειτουργίας και δράσης των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με στόχο τον ολόπλευρο εκδημοκρατισμό τους, την απαλλαγή τους από φασιστικά και αντιδημοκρατικά στοιχεία.
στ. τη βελτίωση του επιπέδου πληροφόρησης του λαού. Για το σκοπό αυτό είναι αναγκαίες συνταγματικές και άλλες ρυθμίσεις που θα περιορίζουν την ηγεμονία των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων στα μέσα ενημέρωσης[16].


Το οικονομικό Σύνταγμα

Η κατάκτηση της πολιτικής και οικονομικής ανεξαρτησίας, η διεύρυνση της δημοκρατίας είναι ημιτελείς και κινδυνεύουν να ανατραπούν αν δεν συνοδεύονται από αλλαγές που προωθούν την αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων. Απαιτούνται επομένως αλλαγές στο οικονομικό Σύνταγμα που θα διευκολύνουν α. τον έλεγχο των στρατηγικών τομέων της οικονομίας από το κράτος, β. τον εθνικό δημοκρατικό σχεδιασμό της οικονομίας με τη συμμετοχή των εργαζομένων. Υπάρχουν αντίστοιχα εμπειρίες που μπορούν αξιοποιηθούν, Συντάγματα που εξέφρασαν εναλλακτικές, μικρότερης ή μεγαλύτερης εμβέλειας, λύσεις και που ξεκινούσαν από παρόμοιες συνθήκες κρίσης.
Σε σχέση με το πρώτο, χρειάζεται οπωσδήποτε μια συνταγματική βάση πιο ευλύγιστη που θα επιτρέπει την εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας. Κατά καιρούς έχουν υπάρξει συνταγματικές λύσεις που αφορούσαν, για παράδειγμα, την απαλλοτρίωση της μεγάλης γαιοκτησίας χωρίς, ή με μειωμένη, αποζημίωση. Τέτοιο χαρακτήρα είχε η ερμηνευτική δήλωση επί του άρθρου 17 του Ελληνικού Συντάγματος του 1911[17] αλλά και πληθώρα συνταγματικών προσεγγίσεων στη Λατινική Αμερική τις δεκαετίες του 1960 και 1970[18].
Με παρόμοιο τρόπο, το Κουβανικό Σύνταγμα του 1940, όταν επανήλθε σε ισχύ μετά την επαναστατική ανατροπή της δικτατορίας του Μπατίστα το 1959,  τροποποιήθηκε ώστε να είναι δυνατή η εθνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων ξένης ιδιοκτησίας χωρίς αποζημίωση. Ανάλογη λύση αναζήτησε η κυβέρνηση Αλιέντε στη Χιλή το 1971 με την αναθεώρηση του άρθρου 10 του Συντάγματος ώστε στον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσης να συνυπολογίζονται τα υπερκέρδη που άντλησαν επί δεκαετίες οι πολυεθνικές εταιρείες που εκμεταλλεύονταν τον ορυκτό πλούτο της χώρας.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το άρθρο 82 του Πορτογαλικού Συντάγματος του 1976[19]: «Παρέμβαση, εθνικοποίηση και κοινωνικοποίηση.- 1. Ο νόμος υποδεικνύει τα μέσα και τους τύπους της παρεμβάσεως, εθνικοποιήσεως και κοινωνικοποιήσεως των μέσων παραγωγής, καθώς και τα κριτήρια καθορισμού των αντίστοιχων αποζημιώσεων. 2. Ο νόμος δύναται ν’ αποφασίσει ότι οι απαλλοτριώσεις σε βάρος των γαιοκτημόνων, μεγαλοϊδιοκτητών, επιχειρηματιών ή μετόχων δεν δημιουργούν κάν προϋποθέσεις αποζημιώσεως».
            Τέλος, το προοίμιο του Γαλλικού Συντάγματος του 1946 όριζε ότι «Κάθε αγαθό, κάθε επιχείρηση, των οποίων η εκμετάλλευση έχει ή αποκτά χαρακτήρα εθνικής δημόσιας υπηρεσίας  ή εν τοις πράγμασι μονοπωλίου, πρέπει να γίνει ιδιοκτησία του συνόλου»[20].
Σε σχέση με τη δεύτερη πλευρά, την προώθηση εθνικού δημοκρατικού σχεδιασμού της οικονομίας, πέρα από πολλές άλλες συνταγματικές λύσεις[21], σχετικό είναι το άρθρο 81 του Συντάγματος της Πορτογαλίας του 1976: «Προτεραιότητα των κρατικών υποχρεώσεων.- Το Κράτος έχει κατά προτεραιότητα καθήκον: Δ) Να μειώνει, όσο είναι ανάγκη, τις ανισότητες στον πλούτο και στο εισόδημα… Ια)Να δημιουργήσει τις αναγκαίες νομικές και τεχνικές προϋποθέσεις για την επιβολή ενός συστήματος δημοκρατικού προγραμματισμού της οικονομίας…Ιδ) Να ενθαρρύνει τη συμμετοχή των εργαζόμενων τάξεων και των οργανώσεών τους στον καθορισμό, τον έλεγχο και την επεξεργασία όλων των μεγάλων οικονομικών και κοινωνικών μέτρων».
Σε παρόμοιο πνεύμα κινούνταν το σχέδιο Συντάγματος που είχε ετοιμάσει η κυβέρνηση Αλιέντε το 1973[22]. Το σχέδιο Συντάγματος είχε ετοιμαστεί σε μια προσπάθεια εμβάθυνσης των αλλαγών που είχε ήδη πραγματοποιήσει η κυβέρνηση. Θα το υπέβαλε σε δημοψήφισμα. Κάτι τέτοιο δεν έγινε κατορθωτό καθώς την ημέρα αναγγελίας έναρξης της διαδικασίας αναθεώρησης, εκδηλώθηκε το αιματηρό πραξικόπημα Πινοσέτ.
Στο σχέδιο προβλεπόταν, ανάμεσα σε άλλα, ότι οι καίριοι τομείς της οικονομίας θα βρίσκονται στα χέρια του κράτους. Προβλεπόταν επίσης η εισαγωγή της έννοιας της σχεδιασμένης ανάπτυξης της οικονομίας. Σε αυτήν οι οργανώσεις των εργαζομένων θα είχαν καθοριστική συμμετοχή. Θα συμμετείχαν επίσης οι εκπρόσωποι των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Το ετήσιο πλάνο θα ψηφιζόταν από τη Βουλή και είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα και για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες θα ήταν υποχρεωμένες να κινούνται εντός του πλαισίου που χάραξε το πλάνο.


Όλες οι ανωτέρω συνταγματικές ρυθμίσεις δεν ανήκουν σε σοσιαλιστικά Συντάγματα. Δεν αντανακλούν δηλαδή νέες σχέσεις εξουσίας και παραγωγής. Πρόκειται για ρυθμίσεις που εδράζονται στο έδαφος καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής αλλά εκφράζουν τη μεταβολή του συσχετισμού των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων και την πολιτική βούληση να μεταβληθούν, περισσότερο ή λιγότερο, οι σχέσεις κυριαρχίας και παραγωγής. Σε ένα βαθμό αποτύπωναν αλλαγές που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί και σε ένα άλλο άνοιγαν δρόμους για το μέλλον.
Όλα τα σύγχρονα επαναστατικά εγχειρήματα διατύπωναν αιτήματα και στόχους συνταγματικού περιεχομένου. Για παράδειγμα, λίγο πριν την σοσιαλιστική επανάσταση του Οκτωβρίου 1917 στη Ρωσία ο Λένιν εισηγούνταν μια σειρά αλλαγές που αφορούσαν το πολιτικό σύστημα, την οικονομία, τα δικαιώματα των διάφορων στρωμάτων των εργαζομένων με τη μορφή σημείων για ένα «Σύνταγμα της λαοκρατικής δημοκρατίας της Ρωσίας»[23]. Το κείμενο αυτό γράφτηκε τον Απρίλιο-Μάιο του 1917 και δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του ίδιου έτους προετοιμάζοντας την επανάσταση του Οκτωβρίου.
Επομένως η μελέτη τέτοιων ιστορικών εμπειριών είναι χρήσιμη. Η χρησιμότητα έγκειται στο γεγονός ότι μπορεί να συμβάλλει στον επιστημονικό και πολιτικό διάλογο και να υποβοηθήσει την αφύπνιση των λαϊκών δυνάμεων, για να πάψει η λαϊκή κυριαρχία να αποτελεί «πλάσμα», όπως ορθά είχε επισημάνει και ο κορυφαίος των συνταγματολόγων μας Αλέξανδρος Σβώλος[24].





[1] Το άρθρο αποτελεί περαιτέρω ανάπτυξη της εισήγησης που παρουσιάστηκε στο συνέδριο «Η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στην Ελλάδα: επιστημονικές και πολιτικές προβληματικές» στο Πάντειο Πανεπιστήμιο 17-19 Ιανουαρίου 2014.
[2] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το V πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ», Άπαντα, τ. 36, σελ. 499 και του ίδιου, «Διακήρυξη των δικαιωμάτων του εργαζόμενου και εκμεταλλευόμενου λαού», Άπαντα, τ. 35, σελ. 221 επ.
[3] Βλ. για παράδειγμα Δ. Καλτσώνης, Το δίλημμα της μπολιβαριανής Δημοκρατίας (Κράτος και δίκαιο στη Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2010, σελ. 47 επ. και F. Zunica Urbina, “Nueva Constitución y operación constituyente”, Estudios Constitucionales, año 11, no 1, 2013, 511-540.
[4] Ν. Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1995, σελ. 88 επ.
[5] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Θέσεις σχετικά με τη Συντακτική Συνέλευση», Άπαντα, τ. 35, σελ. 162 επ.
[6] Βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Εισαγωγή στην ελληνική συνταγματική ιστορία, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1981, σελ. 99.
[7] Βλ. Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. ΙΙ: 1941-2001, Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2010, σελ. 85 επ., 143 επ.
[8] Βλ. Δημ. Καλτσώνης (επιμ.), Η συνταγματική αναθεώρηση του 1975: κατ’άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2011, σελ. 175 επ.
[9] Βλ. P. Manili, « El derecho constitucional ante el tercer milenio », Pensamiento Constitucional, Año VI, no 6, σελ. 489 κε., 499-500.
[10] Βλ. V. Constantinesco – St. Pierré-Caps, Droit constitutionnel, Paris, PUF, 2006, σελ. 260.
[11] Βλ. Δ. Καλτσώνης, Το δίλημμα της μπολιβαριανής Δημοκρατίας (Κράτος και δίκαιο στη Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2010, σελ. 73 επ.
[12] Βλ. Η. Νικολόπουλος, Ο θεσμός της λαϊκής νομοθετικής και συνταγματικής πρωτοβουλίας, Αθήνα-Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1997 και C. Emeri - C. Bidegaray, La Constitution en France (de 1789 a nos jours) Paris, ed. Armand Colin, 1997, σελ. 82 επ. και P. Pactet, Institutions politiques – Droit constitutionnel, Paris, Armand Colin, 2003, σελ. 89 επ.
[13] Βλ. Η. Ηλιού, «Για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τευχ. 10/1946, σελ. 572 επ., 11/1946, σελ. 627 επ., 12/1946, σελ. 665 επ., 3/1947, σελ. 118 επ.
[14] Βλ. τις σχετικές ρυθμίσεις στο σχέδιο Συντάγματος του Ρήγα Φεραίου αλλά και τις πρακτικές την περίοδο της αντίστασης ενάντια στη ναζιστική κατοχή στο Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική ιστορία, τ. Ι: 1821-1940, Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2009, σελ. 11 επ. και Δ. Καλτσώνης, Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. ΙΙ: 1941-2001, Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2010, σελ. 29 επ., 174 επ.
[15] Βλ. J. Gonzalez Quevedo, “Empoderamiento, democracia directa y Nuevo constitucionalismo en America Latina”, Temas, n. 70, 2012, σελ. 30 επ. και G. Quezada Calderón, «Participación y parlamentos obreros en Cuba. Apuntes para Ecuador», Temas, n. 74, abril-junio de 2013, σελ. 105 επ. και D. Valadés, “la Constitución y el poder”, Pensamiento Constitutional, Año VII, no 7, σελ. 59 επ.
[16] Βλ. περισσότερα Δημ. Καλτσώνης (επιμ.), Η συνταγματική αναθεώρηση του 1975: κατ’άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών (τα Ελληνικά Συντάγματα τ. ΙΙ), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2011, σελ. 11 επ.
[17] Βλ. Τ. Βουρνάς, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, τ. 2, Αθήνα, εκδ. Τολίδη, 1977, σελ. 55-72.
[18] Βλ. P. Moral-Lopez, “Problemes constitutionnels de la réforme agraire: la réforme de la Constitution du Chili en matiere de droit de propriété, dans une perspective de droit comparé”, Revue Internationale de droit comparé, vol. 21, no 3, Juillet-septembre 1969, σελ. 545-564.
[19] Βλ. γενικότερα M. Rodrigues Canotilho, «El sistema constitucional de Portugal », ReDCE, Año 7, Núm. 14, julio-diciembre/2010, σελ. 117 επ.
[20] Βλ. A. Hauriou – L. Sfez, Institutions politiques et droit constitutionnel, Paris, ed. Montchrestien, 1972, σελ. 97 επ. και M. Duverger, Le systeme politique francais, Paris, PUF, 1985, σελ. 143 επ. και C. Emeri – Chr. Bidegaray, La Constitution en France (de 1789 a nos jours), Paris, Armand Colin, 1997, σελ. 122 επ. και P. Pactet, Institutions politiques – Droit constitutionnel, Paris, Armand Colin, 2003, σελ. 308 επ.
[21] Βλ. για παράδειγμα K. Katzarov, “La planification comme probleme juridique”, Revue Internationale de Droit Comparé, 1958, v. 10, No 2, σελ. 298 επ.
[22] Βλ. S. Allende, Un Estado democratico y soberano: mi propuesta a pos chilenos, ed. Centro de Estudios Politicos Simon Bolivar y de la Fundacion Presidente Allende (Espana), σελ. 25-26.
[23] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Υλικά σχετικά με την αναθεώρηση του προγράμματος του κόμματος», Άπαντα, τ. 32, σελ. 153.
[24] Βλ. Α. Σβώλος, Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, Αθήνα, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2008, σελ. 83-87.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Γιώργου Κατρούγκαλου, Παιχνίδια με την δικαιοσύνη και την δημοκρατία


Σε όλες τις χώρες οι ισχυροί της εξουσίας θέλουν να έχουν προνομιακούς διαύλους επικοινωνίας με την δικαιοσύνη, εντός και εκτός της νομιμότητας. Δεν αντιμετωπίζονται, όμως, παντού με τον ίδιο τρόπο. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, μόλις οι ανακριτές που διερευνούσαν την ανάμειξη Σαρκοζύ σε οικονομικά σκάνδαλα αντιλήφθηκαν ότι ο πρώην Πρόεδρος γνώριζε, λόγω διαρροών, απόρρητα στοιχεία της διαδικασίας, έσπευσαν να παγιδεύσουν τα τηλέφωνα του και τα τηλέφωνα του δικηγόρου του, για να εντοπίσουν τον ένοχο.
Στην δική μας χώρα, αντιθέτως, οι δικαστικές διαρροές έχουν γίνει τμήμα της πολιτικής καθημερινότητας. Το απόρρητο της προανάκρισης είναι το πιο σύντομο δικαστικό ανέκδοτο. Τα έγγραφα, πάντως, της ποινικής δικογραφίας μπορεί να γίνονται φεϊγβολάν από πολλές πηγές, με συνηθέστερο ύποπτο τους δικηγόρους υπεράσπισης. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο για τις διαρροές από την διάσκεψη των δικαστηρίων, όπου κανείς άλλος εκτός από τους δικαστές δεν έχει πρόσβαση. Σύμφωνα με το άρθρο 251 του Ποινικού Κώδικα («Παραβίαση του δικαστικού απορρήτου») όποιος δημοσιοποιεί ή μεταφέρει πληροφορίες για δικαστικές αποφάσεις που δεν έχουν ακόμη εκδοθεί, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.
Και όμως, το τελευταίο διάστημα, οι «διαρροές» αποφάσεων με σημαντικό πολιτικό αντίκτυπο, ιδίως από το Συμβούλιο της Επικρατείας, αποτελούν τον κανόνα, με τελευταίο κρούσμα την προαναγγελία της απόφασης για την ΕΡΤ. Το κακό ξεκίνησε από την ανακοίνωση, καλοκαίρι του 2011, στο αποκορύφωμα της εξέγερσης των πλατειών και παραμονές της ψήφισης του μεσοπρόθεσμου μνημονιακού προγράμματος, ότι η Ολομέλεια έκρινε συνταγματικό το πρώτο μνημόνιο. Προφανώς δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίος ο χρόνος και η σκοπιμότητα της ανακοίνωσης μιας παρόμοιας απόφασης, η δημοσίευση της οποίας έγινε πολλούς μήνες μετά, το 2012. 
 Η καθιερωμένη πλέον αυτή πρακτική εμπλέκει το καλύτερο δικαστήριο που έχουμε σε ένα πολιτικό παιχνίδι που λερώνει το κύρος του και υπονομεύει την ουδετερότητα και την αξιοπιστία του. (Προφανώς δεν γίνεται λιγότερο απαράδεκτη η τακτική αυτή επειδή, ενίοτε, διαρρέονται και αποφάσεις «αντιμνημονιακές», όπως αυτή για τις αποδοχές των ενστόλων.) Σε συνδυασμό δε με την εξίσου απαράδεκτη καθυστέρηση έκδοσης αποφάσεων επί υποθέσεων με αυτόχρημα πολιτικό και κατεπείγοντα χαρακτήρα, όπως η επιστράτευση των απεργών του Μετρό και της εκπαίδευσης, αποκτά εκρηκτικό χαρακτήρα.
Ακόμη πιο επικίνδυνα φαίνεται να είναι τα παιχνίδια που επιχειρεί η κυβέρνηση να παίξει με τον Άρειο Πάγο σε σχέση με τη Χρυσή Αυγή. Εδώ τον πρώτο ρόλο έχουν αναλάβει, ως φερέφωνα, οι συστημικές εφημερίδες, οι οποίες ήδη ανακοινώνουν, ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, την επικείμενη απαγόρευση λειτουργίας του νεοφασιστικού κόμματος ή τη μη αναγόρευση υποψηφίων του λόγω των ποινικών διώξεων σε βάρος της ηγεσίας του. Κάτι τέτοιο, όμως, αποκλείεται απολύτως από το Σύνταγμα μας, το οποίο δεν επιτρέπει να τεθεί κόμμα εκτός νόμου. Ακόμη και όσοι (λίγοι) συνταγματολόγοι έχουν διατυπώσει αντίθετη άποψη, τη συνδέουν με μεταρρύθμιση του υφιστάμενου συνταγματικού ή νομικού πλαισίου που είτε θα προβλέπει πρόσθετα κωλύματα εκλογιμότητας (π.χ. παραπομπή με αμετάκλητο βούλευμα για κακούργημα) είτε νέα αρμοδιότητα του Α’ Τμήματος του Αρείου Πάγου ως προς τη διερεύνηση της ειλικρίνειας της προβλεπόμενης δήλωσης συμμόρφωσης προς το Σύνταγμα που υποβάλλει η ηγεσία των κατερχόμενων στις εκλογές κομμάτων.
Όπως έχει σήμερα η κατάσταση, η αρμοδιότητα του Α΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου να ανακηρύττει τις κομματικές υποψηφιότητες είναι καθαρά διοικητική, όχι δικαστική. Με απλά λόγια, δηλαδή, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει το ζήτημα της συμφωνίας ή όχι της δράσης ενός κόμματος με το Σύνταγμα, απλώς ελέγχει εάν έχουν κατατεθεί εκ μέρους του τα προβλεπόμενα από το νόμο δικαιολογητικά. Αλλοίμονο, άλλωστε, εάν το μείζον θέμα της απαγόρευσης λειτουργίας κόμματος μπορούσε να κριθεί με συνοπτικές διαδικασίες. Όπου συνταγματικά προβλέπεται παρόμοια δικαστική αρμοδιότητα, οι σχετικές δίκες κρατούν χρόνια. (Από το 1951 έως το 1956 συζητούσε το –ταχύ στην εκδίκαση, γενικά- Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας την απαγόρευση του κομμουνιστικού κόμματος.)
Η πολιτική δράση της Χρυσής Αυγής πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη σύγκρουση των ιδεών και την κοινωνική της απομόνωση, όχι με τον εισαγγελέα. (Άλλο, φυσικά, το ζήτημα να τιμωρηθούν παραδειγματικά οι εγκληματικές πράξεις μελών και στελεχών της). Οι μεθοδεύσεις απαγόρευσης της δεν βλάπτουν  την ίδια, αλλά την Δημοκρατία. Βεβαίως, κάτι τέτοιο δεν προβληματίζει τους κύκλους της Νέας Δημοκρατίας που προωθούν τα σενάρια αυτά, με προφανή μικροκομματική σκοπιμότητα να προσεταιριστούν τους άστεγους ψηφοφόρους της. Άλλωστε οι ίδιοι είναι αυτοί που έχουν ενσωματώσει στη ρητορική τους σχεδόν ολόκληρη την ακροδεξιά της  ατζέντα.


Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, 11/3/2014

Αναζήτηση στο ιστολόγιο