Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Γιώργου Κατρούγκαλου, Απολύσεις και πατρωνεία στο δημόσιο τομέα: Το νέο ρουσφέτι, η μη απόλυση ,


Η λογική των νέων, καταστροφικών μέτρων για τη δημόσια διοίκηση αποτελεί τη συνισταμένη δύο διαφορετικών θεσμικών στρατηγικών: της νεοφιλελεύθερης συνταγής για δραστικό περιορισμό του κράτους και της πελατειακής πρακτικής του παλαιοκομματισμού. Όπως έχουν δείξει με ενάργεια οι μελέτες του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, το πελατειακό σύστημα αποτελεί  στη χώρα μας διαχρονική  σταθερά τόσο των κομμάτων όσο και της διοίκησης. Αυτό το δομικό χαρακτηριστικό γνώρισε ιδιαίτερη έξαρση κατά την διάρκεια της μετεμφυλιακής περιόδου. Τότε, οι πολιτικές διώξεις εναντίον των ηττημένων πήραν τη μορφή συστηματικών εκκαθαρίσεων, που κατέληξαν στην απόλυση του ενός τρίτου σχεδόν των δημοσίων υπαλλήλων. Προκειμένου να καλυφθούν οι κενές θέσεις, αλλά και να εξαγοραστεί η πολιτική νομιμοφροσύνη πλατύτερων στρωμάτων με μία «θεσούλα», εφαρμόσθηκε ένα σχέδιο εκτεταμένων προσλήψεων σε όλο το δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς το ποσοστό των εργαζομένων σε αυτόν έφτασε σχεδόν το 50% του εργατικού δυναμικού.
Αυτή η εντυπωσιακή επέκταση του κρατικού μηχανισμού δεν συνέπεσε, όπως συνέβη στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, με την επέκταση των δομών του κράτους πρόνοιας. Ο δημόσιος τομέας αναδιοργανώθηκε σύμφωνα με ένα διαφορετικό κοινωνικοπολιτικό στόχο: να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνική συμμαχία ανάμεσα στην άρχουσα τάξη και τα μεσαία κοινωνικά στρώματα των πιστών δημοσίων υπαλλήλων. Οι πελατειακές σχέσεις παρέμειναν και μετά την μεταπολίτευση κεντρικό στοιχείο της πολιτικής νομιμοποίησης, με βασικό διαμεσολαβητή τους κυρίως το ΠΑΣΟΚ.
 Τούτο είχε ως αποτέλεσμα μία ιδιαίτερα στρεβλή ανάπτυξη της διοίκησης: υπανάπτυξη των δομών κράτους πρόνοιας  και υδροκεφαλισμός σε «ευγενείς υπηρεσίες» -λάφυρα για τους ημετέρους των κομμάτων του δικομματισμού. Παρά ταύτα, όμως, και αντίθετα με όσα ισχυρίζονται οι απολογητές των μνημονίων, ο ελληνικός δημόσιος τομέας δεν είναι στο σύνολο του υπερτροφικός, ούτε μεγαλύτερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Από πλευράς της τρόικας, τώρα, οι απολύσεις, όπως και τα προηγούμενα μέτρα απολύσεων με  αναστολή (εφεδρεία, προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα κ.λ.π.) εντάσσονται στη δέσμη των μνημονιακών πολιτικών απορρύθμισης, οι οποίες  πλήττουν στον πυρήνα της την αρχή του κοινωνικού κράτους, υποβαθμίζοντας τις κοινωνικές υπηρεσίες. Αντί για την καθιέρωση μέτρων που θα αναδιέτασσαν το προσωπικό από τους υπερτροφικούς στους υποστελεχωμένους κλάδους της διοίκησης, τα μνημόνια έχουν επιβάλει εντελώς αυθαίρετες, οριζόντιες μειώσεις, οι οποίες έχουν δημιουργήσει ακόμη πιο έντονα προβλήματα στη λειτουργία καθημερινή των δημόσιων υπηρεσιών και στην ικανότητα τους να παράγουν δημόσια αγαθά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι και ο αρμόδιος Υπουργός (πριν συνομολογήσει στην λήψη των νέων μέτρων…) είχε ορθά αποτυπώσει τις τάσεις αυτές διαλυτικής απορρύθμισης ως "δραματική και ανεξέλεγκτη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων" (που) «κινδυνεύει σύντομα να γίνει, με τις αθρόες και μαζικές συνταξιοδοτήσεις, ο εφιάλτης της δημόσιας διοίκησης και των ταμείων συνταξιοδότησης". Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι "η μείωση του συνολικού αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων μέχρι το 2015 θα προσεγγίσει τις 180.000 χιλιάδες. Aρα το 2015 ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων θα είναι αρκετά κάτω από τις 600.000. Μείωση που ξεπερνά το 25% σε πέντε χρόνια και είναι τρομακτική, διότι δημιουργεί κενά τα οποία δεν μπορεί να καλυφθούν (…) . Μείωση τρομακτική για τις δραματικές ελλείψεις, την παράλυση που μπορεί να προκαλέσει στις δημόσιες υπηρεσίες και στον κρατικό μηχανισμό, κυρίως νοσοκομεία και υπηρεσίες κοινωνικές".
Στην πραγματικότητα τα νέα μέτρα συνιστούν προσπάθεια μείωσης του κράτους με την εφαρμογή των παλαιών πελατειακών κριτηρίων. Η προφανής λύση για τον εξορθολογισμό  της διοίκησης θα ήταν να γίνει εξ αρχής καταγραφή των πραγματικών αναγκών της. Στη συνέχεια να αναμορφωθούν οι οργανωτικές δομές, ώστε να υπηρετούν πράγματι τις ανάγκες αυτές και μόνο τότε,  μετά από αξιολόγηση που θα είναι τίμια και ουσιαστική, να κατανεμηθούν οι υπάλληλοι στις θέσεις στις οποίες θα είναι χρήσιμοι, ανάλογα με τα προσόντα τους.
Τα μνημόνια επιβάλουν τα ακριβώς αντίθετα: οριζόντιες περικοπές σε όλες τις υπηρεσίες του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως εάν αυτές παρουσιάζουν λειτουργικά και οργανικά κενά ή πλεονάζον προσωπικό. Η δε εφαρμογή των περικοπών αυτών υπακούει στην παλιά λογική του παλαιοκομματισμού. Το νέο ρουσφέτι είναι η μη απόλυση ή η μη ένταξη στην εφεδρεία.
Ο πάλαι ποτέ δικομματισμός (δυστυχώς διευρυμένος σήμερα με την ΔΗΜΑΡ) μοιάζει με τους βασιλιάδες της Γαλλίας μετά την παλινόρθωση: παρά την γαλλική επανάσταση, «τίποτα δεν έμαθαν, τίποτα δεν ξέχασαν». Τις ίδιες πολιτικές πατρωνείας θυμούνται και εφαρμόζουν και σήμερα τα κόμματα του παλαιοκομματισμού, χωρίς τίποτα να έχουν διδαχθεί από την λαίλαπα των μνημονίων. Δεν έχουν μέλλον και η ιστορία δεν θα είναι επιεικής μαζί τους.
Δημοσιεύθηκε στην Εποχη, 21/4/2013


Γιώργου Κατρούγκαλου, Μην πυροβολείτε την μονιμότητα!


Το πολιτικό σύστημα –ακριβέστερα, ο διευρυμένος δικομματισμός- δεν καλύπτει τους δημόσιους υπαλλήλους αλλά τις αμαρτίες του. Τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα έχουν την αποκλειστική και απόλυτη ευθύνη για την διαιώνιση των πελατειακών σχέσεων, του ρουσφετιού και της πατρωνείας στο δημόσιο. Είτε ευθέως και απροκάλυπτα, πριν από το ΑΣΕΠ, είτε παρακάμπτοντας τις διαδικασίες του αργότερα, διόριζαν και αγόραζαν ψήφους, εξανδραποδίζοντας συνειδήσεις. Η «προστασία» διαρκεί και μετά την πρόσληψη, με τις καλές μεταθέσεις ή τη θέση στο απυρόβλητο των κοπανατζήδων και των καταχραστών.
Μην πυροβολούμε λοιπόν τη μονιμότητα ή το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων για τις αμαρτίες του παλαιοκομματισμού. Η μονιμότητα δεν είναι «άβατο». Αποτελεί συνταγματικό κανόνα που ισχύει στις περισσότερες δημοκρατικές χώρες, ακριβώς για να αποτελεί φραγμό στις προσπάθειες άλωσης της δημόσιας διοίκησης από τα κόμματα. Δεν συνιστά δικαίωμα του δημοσίου υπαλλήλου, αλλά εγγύηση για την αντικειμενικότητα, την αμεροληψία και την ισονομία της διοικητικής δράσης. Το πόσο χειρότερα θα ήταν τα πράγματα ως προς την κυριαρχία του κομματισμού δείχνει ήδη η κατάσταση στο δημόσιο τομέα, όπου το κύριο ρουσφέτι είναι πλέον η εξασφάλιση της μη ένταξης στην εφεδρεία ή στο επόμενο κύμα απολύσεων.
Η δημόσια θέση δεν υπάρχει για χάρη του δημοσίου υπαλλήλου, αλλά για να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Συνεπώς, η προφανής λύση για τον εξορθολογισμό  της διοίκησης είναι να γίνει εξ αρχής καταγραφή των πραγματικών αναγκών της. Στη συνέχεια να αναμορφωθούν οι οργανωτικές δομές, ώστε να υπηρετούν πράγματι τις ανάγκες αυτές και μόνο τότε, αφού προσδιορισθούν ορθολογικά οι αρμοδιότητες,  μετά από αξιολόγηση που θα είναι τίμια και ουσιαστική, να κατανεμηθούν οι υπάλληλοι στις θέσεις στις οποίες θα είναι χρήσιμοι, ανάλογα με τα προσόντα τους. 
Αυτό επιδιώκουν οι μνημονιακές πολιτικές; Ακριβώς τα αντίθετα. Χωρίς καμιά αξιολόγηση, επέβαλαν μέχρι σήμερα αποκλειστικά οριζόντιες περικοπές σε όλες τις υπηρεσίες του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως εάν αυτές παρουσιάζουν λειτουργικά και οργανικά κενά ή πλεονάζον προσωπικό. Και όμως, το ελληνικό δημόσιο δεν πάσχει από υπερτροφία, εφόσον τόσο από πλευράς υπαλλήλων όσο και από πλευράς μισθολογικής δαπάνης βρίσκεται περίπου στο μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντιθέτως, πάσχει από ανισοκατανομή των ανθρώπινων πόρων, λόγω των συνεχών πελατειακών πρακτικών του παλαιοκομματισμού, δηλαδή από υπερπληθυσμό στις «ευγενείς» θέσεις και υποστελέχωση των κοινωνικών και ελεγκτικών υπηρεσιών.
Ακόμη και τα νέα μέτρα μόνο προσχηματικά διαφοροποιούνται από τα προηγούμενα. Εξαγγέλθηκε μία «αξιολόγηση εξπρές» (σαν καταδίκη από έκτακτο στρατοδικείο) για 50.000 υπαλλήλους των φορέων που θα καταργηθούν, ώστε να βρεθούν οι 15.000 ανθρωποθυσίες που απαιτεί η τρόικα. Δεν υπάρχει καμιά ελπίδα ότι οι φορείς που θα καταργηθούν είναι πράγματι αυτοί που δεν χρειάζεται πια η χώρα. Αυτό δείχνει καθαρά η εμπειρία της προηγούμενης μνημονιακής εκκαθάρισης μέσω κατάργησης ή συγχώνευσης οργανισμών. Τα κύρια θύματα της ήταν το ΙΓΜΕ, το Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών, απαραίτητος θεσμός για την ανάπτυξη του δευτερογενούς τομέα της χώρας, και οι Οργανισμοί Εργατικής Εστίας και Εργατικής Κατοικίας, με προφανή κοινωνική αποστολή. Αντιθέτως, οργανισμοί-σφραγίδες παραμένουν σε λειτουργία, γιατί αποτελούν δεξαμενές εξυπηρέτησης των πελατειακών σχέσεων του παλαιοκομματισμού.
Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτά τα μέτρα συνέχισης της διάλυσης της διοίκησης έρχονται μετά από δηλώσεις του αρμόδιου υπουργού που σωστά περιέγραφαν την ουσία του προβλήματος, ως "δραματική και ανεξέλεγκτη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων" (που) «κινδυνεύει σύντομα να γίνει, με τις αθρόες και μαζικές συνταξιοδοτήσεις, ο εφιάλτης της δημόσιας διοίκησης και των ταμείων συνταξιοδότησης". (…)  Μείωση τρομακτική για τις δραματικές ελλείψεις, την παράλυση που μπορεί να προκαλέσει στις δημόσιες υπηρεσίες και στον κρατικό μηχανισμό, κυρίως νοσοκομεία και υπηρεσίες κοινωνικές".
Έτσι είναι: Η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους αποτελεί μια από τις βασικές συνταγές του νεοφιλελευθερισμού και των μνημονίων. Δεν θα είναι όμως κυρίως, οι δημόσιοι υπάλληλοι οι χαμένοι από την εφαρμογή τους, αλλά όλοι εμείς που θα καταλήξουμε να έχουμε ακόμη πιο υποβαθμισμένες υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικής φροντίδας.
Δημοσιεύθηκε στο Έθνος, 20/4/2013

Γιώργου Κατρούγκαλου, Να καεί, να καεί;



Κύριοι, οι καιροί ου μενετοί!
Θα απετέλει δε αδυναμίαν μας θανάσιμον,
εάν ημείς, του Έθνους οι εκλεκτοί,
δεν εύρωμεν μία δικαιολογίαν βάσιμον,
και την εμπιστοσύνην του λαού ούτω χάσωμεν,
ήτις μας είναι λίαν χρήσιμος.
(…)
Την άποψη σας να τη βράσουμε!  Η ανεργία,
πληγή και παιδεμός του τόπου,
θα λείψει μοναχά τη μέρα όπου
θα μπείτε εσείς σε ανεργία.
Μπ. Μπρεχτ, Αυτή η Ανεργία! (1930)

Η δημοσκόπηση της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας για τη στάση μας απέναντι στην δικτατορία έδειξε ότι η Δημοκρατία κινδυνεύει σοβαρότερα από ότι νομίζαμε, γιατί ένα μεγάλο τμήμα του λαού δεν έχει πλέον διάθεση να την υπερασπίσει. Απορεί κανείς για αυτό;
Όταν το πρωτόγονο σύνθημα του τίτλου ακούστηκε στην «πάνω πλατεία» το 2011, διάφορες «παρθένες» της δημοσιογραφίας και της πολιτικής  έτρεξαν κροκοδείλια δάκρυα, για την ύβρη κατά του κοινοβουλευτισμού και το αυγό του φιδιού που επωαζόταν από τους διαδηλωτές. Είναι σαν οι τροχονόμοι να φέρνουν την κίνηση, οι ομπρέλες να προκαλούν βροχή. Το σύνθημα αυτό, όπως και τα γιαουρτώματα και τα γιουχαΐσματα των πολιτικών, δεν ήταν οι αιτίες της κρίσης αλλά τα συμπτώματα της. Τίποτα πιο εύλογο από την ενστικτώδη αγανάκτηση απέναντι στην ολοφάνερη αποτυχία, τις αμαρτίες και την έπαρση του πολιτικού συστήματος. Είναι, βεβαίως, αλήθεια ότι παρόμοιες στάσεις, όταν δεν εξορθολογίζονται, μπορεί να εκτραπούν και να καταλήξουν σε αμφισβήτηση των ίδιων των θεσμών και όχι απλώς των φορέων τους.
Από την άλλη μεριά, όμως, την εντύπωση ότι η δημοκρατία μας εκπορνεύθηκε από το πολιτικό σύστημα στους δανειστές της, την έχει και εκείνη η μερίδα των στελεχών του που έχει συνείδηση του εγκλήματος: «Ήμασταν σαν τις πόρνες µετά την πρώτη τους φορά» (sic!), εκμυστηρευόταν ινκόγκνιτο  στο Bήμα της 16-10-2011 «κορυφαίο στέλεχος της κυβέρνησης» του ΠΑΣΟΚ, περιγράφοντας το χρονικό της υποταγής της χώρας στο πρώτο  μνημόνιο.
Αυτό που υπονομεύει, σε τελική ανάλυση, τον κοινοβουλευτισμό, είναι  το νεκροζώντανο πολιτικό σύστημα, όπως εκφράζεται κυρίως από τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα και τις οικονομικές ελίτ με τις οποίες διαπλέκονται. Και τον υπονομεύει διπλά: αφενός με τις πολιτικές διάλυσης της χώρας που εφάρμοσαν και εφαρμόζουν και αφετέρου με την ατιμωρησία, πολιτική και ποινική όσων συνέργησαν σε αυτή. Τα μνημόνια αποτελούν τη χαριστική βολή, τόσο γιατί είναι οικονομικά ατελέσφορα και κοινωνικά διαλυτικά, όσο και γιατί η εφαρμογή τους προϋποθέτει την αδρανοποίηση των κύριων δημοκρατικών θεσμών: πράξεις νομοθετικού περιεχομένου αντί για νόμους που συζητούνται και αποφασίζονται ελεύθερα στη βουλή, άτυπες συμφωνίες των τριών αρχηγών αντί για συλλογική λειτουργία του υπουργικού συμβουλίου, αδράνεια του Προέδρου της Δημοκρατίας ως προς την άσκηση των ρυθμιστικών του αρμοδιοτήτων.
Οι λύκοι της Χρυσής Αυγής στην αναμπουμπούλα αυτή χαίρονται, αλλά δεν είναι αυτοί που παράγουν την κρίση. Απλώς την εκμεταλλεύονται. Καπηλεύονται την αγανάκτηση του παραζαλισμένου και απελπισμένου πολίτη για να τη στρέψουν, τελικά, σε ατραπούς ακίνδυνες για το πολιτικό σύστημα: εναντίον του μετανάστη, του διαφορετικού. Εμφανίζονται έτσι ως αντισυστημική δύναμη, ενώ στην πράξη αποτελούν την τελευταία εφεδρεία του παλαιοκομματικού κατεστημένου, την τελική γραμμή άμυνας για να αποφευχθεί μια ανατροπή σε προοδευτική κατεύθυνση. Αυτοί θα είναι, με άλλα λόγια, το ύστατο ανάχωμα έναντι της αριστεράς.
Είναι η Χρυσή Αυγή, άρα, ο βασικός εχθρός της δημοκρατίας σήμερα; Και όμως όχι. Φυσικά το νεοφασιστικό κόμμα συνιστά την πιο απόλυτη άρνηση του κοινοβουλευτισμού και της φιλελεύθερης συνταγματικής τάξης. Αποτελεί βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της πολιτείας, όχι όμως  γενεσιουργό αιτία της κρίσης. Από αυτή την άποψη, ακόμη μεγαλύτερος εχθρός της δημοκρατίας είναι ο παλαιοκομματισμός, κυρίως τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα, γιατί κάθε μέρα παραμονής τους στην εξουσία ενισχύει τα φαινόμενα διάλυσης και απονομιμοποίησης τόσο του κοινοβουλευτισμού, όσο και της εμπιστοσύνης στο σύνταγμα και τους θεσμούς.
Θα πρέπει να μπουν λοιπόν στην ανεργία, για να έχει μια ελπίδα ο τόπος. Αυτό αποτελεί αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη για μια δημοκρατική ανόρθωση. Το μόνο φάρμακο για τις ασθένειες της δημοκρατίας είναι περισσότερη δημοκρατία, ιδίως η ενίσχυση της φωνής του πολίτη με αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς. Για αυτό το λόγο έχουμε ανάγκη και από  ένα νέο Σύνταγμα.
Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία 23/4/2013

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Γ. Κατρούγκαλου, Η Τρόικα και ο Φάουστ της Βασιλίσσης Σοφίας


Και πάλι, στο κέντρο των διαπραγματεύσεων με την τρόικα (όπως, κατ’ευφημισμό, αποκαλείται ο περιοδικός εκβιασμός των δανειστών προς την πρόθυμη κυβέρνηση μας) βρέθηκε το δημόσιο. Το νέο έγκειται στο ότι ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης αυτή τη φορά είπε ορισμένες αλήθειες που, ενώ είναι αυταπόδεικτες, μέχρι σήμερα διατυπώνονταν μόνον από όσους ασκούμε κριτική στις μνημονιακές πολιτικές διάλυσης της διοίκησης.
Ο Υπουργός μίλησε για τη "δραματική και ανεξέλεγκτη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων" (που) «κινδυνεύει σύντομα να γίνει, με τις αθρόες και μαζικές συνταξιοδοτήσεις, ο εφιάλτης της δημόσιας διοίκησης και των ταμείων συνταξιοδότησης". Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι "η μείωση του συνολικού αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων μέχρι το 2015 θα προσεγγίσει τις 180.000 χιλιάδες. Aρα το 2015 ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων θα είναι αρκετά κάτω από τις 600.000. Μείωση που ξεπερνά το 25% σε πέντε χρόνια και είναι τρομακτική, διότι δημιουργεί κενά τα οποία δεν μπορεί να καλυφθούν (…) . Μείωση τρομακτική για τις δραματικές ελλείψεις, την παράλυση που μπορεί να προκαλέσει στις δημόσιες υπηρεσίες και στον κρατικό μηχανισμό, κυρίως νοσοκομεία και υπηρεσίες κοινωνικές".
Φυσικά, ο Υπουργός έχει δίκιο. Όπως έγραφα και εγώ από τη στήλη αυτή στις 26/2, το ελληνικό δημόσιο δεν πάσχει από υπερτροφία, εφόσον τόσο από πλευράς υπαλλήλων όσο και από πλευράς μισθολογικής δαπάνης βρίσκεται περίπου στο μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντιθέτως, λόγω των πελατειακών πρακτικών του παλαιοκομματισμού, πάσχει από ανισοκατανομή των ανθρώπινων πόρων, δηλαδή από υπερπληθυσμό στις «ευγενείς» θέσεις και υποστελέχωση των κοινωνικών και ελεγκτικών υπηρεσιών. Εάν υλοποιηθούν οι περικοπές των μνημονίων ως το τέλος, τότε οι δημόσιες δαπάνες θα μειωθούν σε ποσοστό γύρω στο 9% του ΑΕΠ, μικρότερο και από τις χαμηλότερες δαπάνες των χωρών του ΟΟΣΑ.
Την ίδια εβδομάδα, ο Υπουργός απάντησε και σε επερώτηση βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας. Ο επερωτών, αφού ξεκίνησε λέγοντας ότι "είναι ευχάριστο να απολύσουμε τους επίορκους δημοσίους υπαλλήλους» κατέληξε: "Εάν ήταν δική σας επιχείρηση, θα τους είχατε δει και θα τους είχατε διώξει. Κινδυνεύετε να μείνετε στη ιστορία ως ο υπουργός προστάτης των επίορκων, των κοπανατζήδων και των τεμπέληδων». Και πάλι η απάντηση ήταν αυτονόητη: «Σε καμιά χώρα, οι υπουργοί δεν απολύουν. Ο υπουργός δεν είναι προϊστάμενος επιχείρησης. Όποιοι απολύονται, απολύονται από πειθαρχικά ή υπηρεσιακά συμβούλια και όχι απ' τον υπουργό».
Μεταξύ των λεγόμενων «επιόρκων»  συγκαταλέγονται αθώοι και ένοχοι, ήτοι όλοι οι υπάλληλοι που έχουν παραπεμφθεί σε πειθαρχικό συμβούλιο, πολλοί από αυτούς μάλιστα, μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4093/2012, για ελάσσονα αδικήματα. Αναμφισβήτητα υπάρχουν μεταξύ τους και συστηματικοί κοπανατζήδες ανάξιοι για τη θέση τους, αλλά και εγκληματίες, εκβιαστές και καταχραστές του δημοσίου χρήματος. Η πειθαρχική δίκη πολλών από αυτούς χρονίζει λόγω της προστασίας που τους παρείχε το πελατειακό σύστημα του δικομματισμού. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, ισχύει και για αυτούς. Σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση της τρόϊκας να απολυθούν μέσα σε ένα μήνα είναι εντελώς αδύνατη και μόνον προσχηματικά και στο πλαίσιο διαφανούς εκβιασμού διατυπώθηκε. Και τούτο γιατί το Σύνταγμα μας προβλέπει ότι η οριστική παύση υπαλλήλου όχι μόνον γίνεται μετά από απόφαση πειθαρχικού συμβουλίου, αλλά και υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας που αναστέλλει την απόλυση. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής είναι εξήντα ημέρες και έχει και αυτή ανασταλτικό αποτέλεσμα.
Σωστά, λοιπόν, απάντησε ο υπουργός. Πώς εξηγείται όμως το γεγονός, ότι στον ίδιο οφείλονται και οι πρόσφατες ρυθμίσεις του νόμου του τρίτου μνημονίου που επέβαλαν οριζόντιες περικοπές σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, ανεξαρτήτως εάν αυτές παρουσιάζουν λειτουργικά και οργανικά κενά ή πλεονάζον προσωπικό, με αυθαίρετα κριτήρια όμοια με αυτά που ο ίδιος στις δηλώσεις του καταδικάζει; Ήταν τόσο πρόδηλα αντίθετες στις αρχές της αξιοκρατίας και της ισότητας οι διατάξεις αυτές, ώστε να απορριφθούν διαρρήδην ως αντισυνταγματικές ακόμη και από τους Δημάρχους Θεσσαλονίκης και Αθήνας, πολιτικούς που κινούνται, γενικά, στο ίδιο πολιτικό μήκος κύματος με τον Υπουργό. (Ο Γιώργος Καμίνης είναι, άλλωστε, και έγκυρος συνταγματολόγος).
 Ο Αντώνης Μανιτάκης ξέρει το Σύνταγμα όσο λίγοι. Και όχι μόνο αυτό: υπήρξε εμβληματική μορφή στο χώρο της προάσπισης των δικαιωμάτων, με αναγνώριση πολύ ευρύτερη της μικρής μας κοινότητας των συνταγματολόγων. Δεν έγινε ξαφνικά άλλος άνθρωπος. Φοβάμαι, όμως ότι έπεσε θύμα ενός φαουστιανού συμφώνου, όπως και πολλοί άλλοι «εκσυγχρονιστές». Πίστεψε, λόγω των ικανοτήτων του, ότι, ως υπουργός του Σαμαρά, θα μπορούσε να προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις που θεωρούσε σκόπιμες,  υπηρετώντας ταυτόχρονα και την Τρόικα και το Σύνταγμα. Κανείς όμως δεν μπορεί να είναι υπηρέτης δύο αφεντάδων. Το παρασύνταγμα των μνημονιακών δεσμεύσεων δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τη συνταγματική προστασία των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων. Το ένα συνιστά την άρνηση του άλλου. Εξ ου οι ακροβασίες, οι αντιφάσεις και η διπλολαλιά.
Δυστυχώς, οι συμφωνίες με το διάβολο καταλήγουν πάντα άσχημα. Όχι για τον διάβολο. Ούτε για την τρόικα…

Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, 9/4/2013

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Πρόγραμμα Σεμιναρίου "Κράτος και δίκαιο στον 21ο αιώνα"


ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
ΓΕΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΙΟΥ


ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ
 «ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ»
Αίθουσα  B1, ώρα 8:00 μμ

Πρόγραμμα  2012-2013

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013
Το σχέδιο της κυβέρνησης Αλλιέντε για την αναθεώρηση του Συντάγματος της Χιλής
Δημήτρης Καλτσώνης, επ. καθηγητής θεωρίας Κράτους και δικαίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013
Η εκκαθάριση των συνεργατών των κατοχικών δυνάμεων μετά την απελευθέρωση: η βούληση του νομοθέτη και η πολιτική πραγματικότητα
Προκόπης Παπαστράτης, καθηγητής Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013
Το Κοσσυφοπέδιο: ένα σύγχρονο προτεκτοράτο;
Άννα Μπαλή, δημοσιογράφος

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013
Εκβιομηχάνιση και βιωσιμότητα: κριτική ανασύνθεση της ανάλυσης του Δημήτρη Μπάτση
Θεόδωρος Μαριόλης, αν. καθηγητής Πολιτικής οικονομίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013
Κρίση και περιστολή των κοινωνικών δικαιωμάτων: από τον λόγο για την ιθαγένεια στον λόγο για τον κοινωνικό αποκλεισμό
Ελένη Ρεθυμιωτάκη, επ. καθηγήτρια Κοινωνιολογίας του δικαίου, Νομική Αθήνας

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013
Ο διογκούμενος κίνδυνος της ανεργίας και η απομείωση της κοινωνικής προστασίας των ανέργων
Σοφία Αμοριανού, Ειδ. Επιστήμονας στο Συνήγορο του Πολίτη

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013
Γνωμοδότηση (8 Ιουλίου 1996) του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης περί της Νομιμότητας της Απειλής ή της Χρήσης Πυρηνικών Όπλων. Οι χωριστές (διαφωνούσες) γνώμες των δικαστών Schwebel και  Weeramantry
Αριστείδης Αλέστας, LL.M. Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, Ειδ. Επιστήμονας στο Συνήγορο του Πολίτη

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013
Το νέο Σύνταγμα της Αιγύπτου
Ολυμπία Παπαφίλη, ΜΔΕ Γενικού Τμήματος Δικαίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Τρίτη, 14 Μαϊου 2013
Το πολιτικό σύστημα του Νεπάλ
Σπύρος Σακελλαρόπουλος, αν. καθηγητής Κράτους και πολιτικής θεωρίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Τρίτη, 21 Μαϊου 2013
Το Σύνταγμα της Κίνας
Έλλη Αμπατζή, ΠΜΣ Γενικού Τμήματος Δικαίου, Πάντειο πανεπιστήμιο

Τρίτη, 28 Μαϊου 2013
H προστασία των ιθαγενών πληθυσμών της Λ. Αμερικής στην Αμερικανική Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
Δήμητρα Δαρέλλη, υπ. Δρ. Νομικής, δόκιμη εισηγήτρια στο Ελεγκτικό Συνέδριο

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013
21 χρόνια μετά το Ρίο: οι προοπτικές για το δίκαιο περιβάλλοντος εν καιρώ οικονομικής ύφεσης
Χαρίκλεια Αθανασοπούλου, Δρ. Νομικής, Ειδ. Επιστήμονας στο Συνήγορο του Πολίτη

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Γιώργου Κατρούγκαλου, Το δημόσιο, οι απολύσεις και η αλήθεια



Στις 22 Αυγούστου οι Υπουργοί κ.κ. Στουρνάρας και Μανιτάκης πανηγύρισαν τη συμφωνία τους για τη μείωση του προσωπικού του δημοσίου με μια κοινή δήλωση: «Δεν μείναμε στις λέξεις που μας χωρίζουν, αλλά στις διαδικασίες που μας ενώνουν». Για να μην τους χωρίζουν πια οι λέξεις, αποκτήσαμε καινούριες, οργουελικής διπλολαλιάς, όπως «εφεδρεία»,  «προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα», «κινητικότητα», που σημαίνουν όλες ένα πράγμα: «απόλυση με φερετζέ», κατά την γλαφυρή διατύπωση του συναδέλφου Α. Καζάκου. Για να τις αποδεχθεί δε η κοινή γνώμη, στήθηκε μια υποδειγματική γκαιμπελική εκστρατεία, βασισμένη σε μια σειρά ψέματα.  Η δικαιολογημένα κακή εικόνα που έχουμε όλοι μας από το γενικότερο ξεχαρβάλωμα της διοικητικής μηχανής από τον παλαιοκομματισμό διευκολύνουν ιδιαίτερα την άκριτη υποδοχή των ψεμάτων αυτών.
Ψέμα 1ο:  Το κράτος είναι μεγάλο και πρέπει να μειωθεί
Το ελληνικό δημόσιο δεν πάσχει από υπερτροφία, εφόσον τόσο από πλευράς υπαλλήλων όσο και από πλευράς μισθολογικής δαπάνης βρίσκεται περίπου στο μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντιθέτως, πάσχει από ανισοκατανομή των ανθρώπινων πόρων, κυρίως λόγω των συνεχών πελατειακών πρακτικών του παλαιοκομματισμού, δηλαδή από υπερπληθυσμό στις «ευγενείς» θέσεις και υποστελέχωση των κοινωνικών και ελεγκτικών υπηρεσιών. Εάν η μείωση που επιβάλλουν τα μνημόνια, ίση με το 22% του υπηρετούντος προσωπικού υλοποιηθεί, τότε οι δημόσιες δαπάνες θα μειωθούν σε ποσοστό γύρω στο 9% του ΑΕΠ, μικρότερο και από τις χαμηλότερες δαπάνες των χωρών του ΟΟΣΑ.
Ψέμα 2ο Οι διαφόρου τύπου εφεδρείες εξορθολογίζουν το δημόσιο
Η δημόσια θέση δεν υπάρχει για χάρη του δημοσίου υπαλλήλου, αλλά ο δημόσιος υπάλληλος κατέχει θέση που πρέπει να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Συνεπώς, η προφανής λύση για τον εξορθολογισμό  της διοίκησης είναι να γίνει εξ αρχής καταγραφή των πραγματικών αναγκών της. Στη συνέχεια να αναμορφωθούν οι οργανωτικές δομές, ώστε να υπηρετούν πράγματι τις ανάγκες αυτές και μόνο τότε,  μετά από αξιολόγηση που θα είναι τίμια και ουσιαστική, να κατανεμηθούν οι υπάλληλοι στις θέσεις στις οποίες θα είναι χρήσιμοι, ανάλογα με τα προσόντα τους.  
Μέχρι σήμερα και οι τρεις «εφεδρείες» των νόμων 3986/2011, 4024/2011 και 4093/2012 έκαναν ακριβώς τα αντίθετα: Επέβαλαν οριζόντιες περικοπές σε όλες τις υπηρεσίες του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως εάν αυτές παρουσιάζουν λειτουργικά και οργανικά κενά ή πλεονάζον προσωπικό. Για το λόγο αυτό η πρώτη εφεδρεία που εφαρμόσθηκε κρίθηκε ήδη από το Συμβούλιο της Επικρατείας αντισυνταγματική. (Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διαρρέουν πριν από την επίσημη δημοσίευση της απόφασης, κατά απαράδεκτη πρακτική που διαιωνίζεται ).
Ψέμα 3ο Αντισυνταγματική είναι μόνον η διαθεσιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, όχι όσων εργάζονται στο δημόσιο με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου
Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει αρμοδιότητα να κρίνει επί της συνταγματικότητας των μέτρων που αφορούν μόνον στους δημοσίους υπαλλήλους, για το λόγο αυτό και φέρεται να απέρριψε την αίτηση ακύρωσης της ΑΔΕΔΥ ως προς το σκέλος της που αναφερόταν στο προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαθεσιμότητα είναι συνταγματική για τους εργαζόμενους αυτούς. Το αντίθετο, πληθαίνουν συνεχώς οι αποφάσεις των αρμόδιων πολιτικών δικαστηρίων που κρίνουν αντισυνταγματικό το μέτρο και για τους τελευταίους.
Ψέμα 4ο Η τελευταία εφεδρεία («διαθεσιμότητα») του ν. 4093/2012 δεν είναι αντισυνταγματική
Και στην τελευταία αυτή περίπτωση, προηγήθηκε η κατάργηση των οργανικών θέσεων και η θέση σε διαθεσιμότητα όσων τις κατείχαν, με εντελώς αυθαίρετο και «μπακάλικο» τρόπο  και χωρίς να έχει προηγηθεί η αναγκαία μελέτη για την οργανωτική δομή των δημοσίων υπηρεσιών ή αξιολόγηση των υπαλλήλων.
Ψέμα 5ο Τα μνημόνια δεν προβλέπουν απολύσεις
Πρόκειται για μισή αλήθεια: πράγματι και τα τρία μνημόνια προβλέπουν μείωση του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης κατά 150.000 μέχρι το τέλος του 2015, δεν αναφέρονται ρητά σε απολύσεις. Είναι όμως προφανές ότι όσες και να είναι οι πρόωρες συνταξιοδοτήσεις και οι «επίορκοι» δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί ο στόχος αυτός χωρίς να απολυθούν δημόσιοι υπάλληλοι.
Η συρρίκνωση του κράτους, και ειδικά των κοινωνικών υπηρεσιών, αποτελεί μια από τις βασικές συνταγές του νεοφιλελευθερισμού και πεμπτουσία των διαβόητων διαρθρωτικών αλλαγών του ΔΝΤ. Θα πρέπει όλοι να καταλάβουμε ότι εάν πραγματοποιηθεί, δεν θα είναι μόνο, ούτε κυρίως, οι δημόσιοι υπάλληλοι χαμένοι. Θα είναι η καθημερινότητα μας. Θα είναι οι υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης, κοινωνικής φροντίδας, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί της φοροδιαφυγής. Το δημόσιο δεν υπάρχει προς χάρη των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά της κοινωνίας. Όταν, φυσικά, λειτουργεί σωστά και όχι πελατειακά.
Δημοσιεύθηκε στην  Ελευθεροτυπία, 26/2/2013

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Γιώργου Κατρούγκαλου, Ιθαγένεια και Ηγεμονία


Η σπουδή του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας να αξιοποιήσει την απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το «νόμο Ραγκούση» αποτελεί το τρίτο βήμα στην προσπάθεια εγκαθίδρυσης καθεστώτος «νόμου και τάξης». Η πρώτη ήταν οι συμβολικές κινήσεις κατά της «ανομίας», με επιχειρήσεις τύπου Βίλα Αμαλία. Η δεύτερη ήταν η επίθεση κατά της κοινωνικής αντίδρασης στα μνημονιακά μέτρα, με την επιστράτευση των απεργών του Μετρό και των ναυτεργατών. Η υπόθεση της ιθαγένειας φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι κάτι διαφορετικό, εφόσον δεν αφορά τα «δικά μας» δικαιώματα,  αλλά των περιθωριακών της κοινωνίας μας, των ξένων.
Και όμως, δεν είναι έτσι. Μπροστά στα μάτια μας ξετυλίγεται μία συνολική αντεπανάσταση, η οποία αμφισβητεί το σύνολο των αξιών και της θεσμικής προστασίας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων της τελευταίας τριακονταετίας. Επιδιώκει να δημιουργήσει στη θέση τους μια νέα ηγεμονία, βασισμένη στις παραδοσιακές αξίες της συντηρητικής παράταξης, όπως έχουν «εμπλουτιστεί» από την ατζέντα της Χρυσής Αυγής. Στο πλαίσιο αυτό έχει ήδη προαναγγελθεί, με προφανώς σκόπιμη διαρροή στον Τύπο, και το τέταρτο βήμα, που θα είναι η ουσιαστική κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας στον δημόσιο τομέα και η επαναφορά του δικαιώματος του λοκ άουτ. (Ένα ενδιάμεσο βήμα, η προώθηση του ελευθεριοκτόνου σχεδίου νόμου για τις διαδηλώσεις, που ετοιμάστηκε από το Δήμο της Αθήνας, δυστυχώς με συνέργεια συναδέλφων συνταγματολόγων, φαίνεται να έχει μείνει μετέωρο λόγω της αντίθεσης του Υπουργού Δικαιοσύνης.)
Η ηγεμονία αυτή δεν έχει κερδηθεί στην κοινωνία. Η κυβέρνηση επιδιώκει να την εκμαιεύσει λάθρα, εκμεταλλευόμενη το συλλογικό μούδιασμα που απορρέει από τα ατομικά αδιέξοδα του καθενός μπροστά στην ανεργία και τα χρέη. Όσο η απόγνωση δεν μεταφράζεται σε συλλογικό αγώνα, τόσο ευκολότερο είναι να στρώσει το χαλί στην αποδοχή της σιδηράς πυγμής που δοκιμάζει η κυβέρνηση. Η ιστορική εμπειρία δείχνει, άλλωστε, ότι η ισοπέδωση των κοινωνικών δικαιωμάτων συνήθως συνοδεύεται από ένταση του αυταρχισμού και την αμφισβήτηση και των ατομικών ελευθεριών.
Ακριβώς όμως επειδή ο τελικός σκοπός είναι η ιδεολογική ηγεμονία, συνοδό όπλο στην αυταρχική βία εισφέρει ο αποπροσανατολισμός που σκηνοθετούν τα χαλκεία της κυβερνητικής προπαγάνδας. Αίφνης, ενόψει της κλιμάκωσης των αγροτικών αγώνων, ανακαλύφθηκαν οι απάτες με το ΦΠΑ μια μικρής μειοψηφίας  αγροτών, προφανώς σε μεγάλο βαθμό πελατών των δύο πάλαι ποτέ κομμάτων του δικομματισμού. (Απάτες τέτοιου είδους απαιτούν «πλάτες» στην κρατική μηχανή.)
Η προώθηση νέου νόμου για την ιθαγένεια αποτελεί προνομιακή κίνηση στη σκακιέρα της ηγεμονίας, λόγω του ειδικού βάρους που έχει η ρητορική περί έθνους στη συντηρητική ιδεολογία. Επιβοηθείται δε τα μάλα από την απαράδεκτη απόφαση του ΣτΕ, που συγχέει δύο εντελώς ανόμοια μεγέθη: την κοινωνικοπολιτική διάσταση του έθνους με το νομικό ζήτημα της χορήγησης της ιθαγένειας. Η ιθαγένεια αποτελεί το νομικό δεσμό με το κράτος και όχι πιστοποιητικό εθνικής συνείδησης. Όσοι ξένοι ποδοσφαιριστές, για παράδειγμα, την αποκτούν, δεν το κάνουν λόγω εθνικής έξαρσης, αλλά για καθαρά πρακτικούς, νομικούς λόγους.
Βεβαίως και ο νόμος Ραγκούση προσπάθησε να λύσει το ζήτημα της ένταξης των μεταναστών εσφαλμένα, μέσω κυρίως της απονομής ιθαγένειας, ενώ το κομβικό ζήτημα είναι η ισότητα δικαιωμάτων. Ο μέσος μετανάστης που δεν μεγάλωσε εδώ δεν θέλει την ιθαγένεια από ξαφνική ανάγκη να γίνει Έλληνας, αλλά για να μπορεί να μένει και να εργάζεται νόμιμα στη χώρα. Εάν είχε εξασφαλιστεί η ισότητα δικαιωμάτων του, με μία διάταξη, π.χ. όπως αυτή του ισπανικού Συντάγματος που αναγνωρίζει ίσα δικαιώματα στους νόμιμα ευρισκόμενους στη χώρα αλλοδαπούς, μόνο όσοι πραγματικά αγαπούν και θέλουν να μείνουν για πάντα εδώ θα υπέβαλαν αίτηση πολιτογράφησης.
Το θέμα είναι εντελώς διαφορετικό για τα παιδιά που δεν ξέρουν άλλη πατρίδα, που γεννήθηκαν και πήγαν εδώ στο σχολείο. Δεν χρειαζόμαστε τον Ισοκράτη για να καταλάβουμε ότι αυτά είναι Ελληνάκια. Εάν δεν δείξουμε την αλληλεγγύη μας τώρα σε αυτά, ότι και να πάθουμε στο μέλλον θα μας αξίζει. Όχι για ηθικούς λόγους. Αλλά γιατί θα έχουμε απαρνηθεί το συνεκτικό ιστό της αλληλεγγύης και των δικαιωμάτων και θα έχουμε παραδώσει μόνοι την ηγεμονία στο Μιχαλολιάκο και τους ζηλωτές του.
Και δεν  υπάρχουν νομικά εμπόδια για να σωθούν τα παιδιά. Το ΣτΕ δεν είναι συνταγματικό δικαστήριο. Είναι εύκολο να εφαρμοστεί η απόφαση του με τρόπο που και το Σύνταγμα να γίνει σεβαστό, αλλά και η προστασία της ανθρώπινής αξίας. Της αξίας την οποία μοιράζονται και οι Έλληνες και οι «άλλοι».

Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία 12/2/2013

"Κρίση και Διέξοδος": Βιβλιοπαρουσίαση 28/2, 7.30, στη Στοά του Βιβλίου


Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Δημ. Καλτσώνη, Αναθεώρηση του Συντάγματος: προς ποια κατεύθυνση;


δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ελλάδα, 9/2/2013

Όσο πλησιάζουμε στη συμπλήρωση 5 χρόνων από την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος, η σχετική συζήτηση δυναμώνει. Το Σύνταγμα βέβαια δεν είναι πανάκεια. Θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να αποτυπώσει τα κοινωνικά αιτήματα και να συμβάλλει στη διέξοδο από την κρίση.
Το ερώτημα που τίθεται είναι: τι είδους αναθεώρηση του Συντάγματος χρειαζόμαστε; Η κρισιμότητα των περιστάσεων και οι βαριές θυσίες στις οποίες έχει υποβληθεί ο λαός, συχνά κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων αλλά και κατ’ αθέτηση των προεκλογικών δεσμεύσεων, δείχνουν τη διέξοδο: η αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να βοηθήσει μόνο αν δώσει μια ισχυρή, δημοκρατική ώθηση.
Ο λαός πρέπει να βρεθεί στο επίκεντρο των αποφάσεων έτσι ώστε ο ίδιος να αποφασίζει για τα μέτρα εκείνα που χρειάζεται να ληφθούν, για την κατεύθυνση της ανάπτυξης που θα επιλέξει. Αυτό προϋποθέτει ανάπτυξη και εμβάθυνση της δημοκρατίας και όχι το αντίθετο. Με την έννοια αυτή, αναφύεται η ανάγκη βαθιών πολιτικών και συνταγματικών αλλαγών. Προβάλλει η αναγκαιότητα μιας ριζοσπαστικής δημοκρατικής αναθεώρησης του Συντάγματος ή ακόμη και σύγκλησης Συντακτικής Συνέλευσης.
Οι περισσότερες προτάσεις που έχουν μέχρι σήμερα κατατεθεί, περιορίζουν το εύρος των αλλαγών σε μη θεμελιώδη ζητήματα είτε προτείνουν μεταβολές που θα επιδεινώσουν τα σημερινά προβλήματα. Για παράδειγμα: η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και η ενίσχυση των εξουσιών του ή η ενσωμάτωση στο Σύνταγμα διάταξης που θα ορίζει ένα νεοφιλελεύθερο δημοσιονομικό κανόνα κατά το γερμανικό πρότυπο. Για να βγούμε όμως από το τέλμα απαιτούνται ριζικές αλλαγές σε αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν υπάρξει αφύπνιση και ενεργητική παρέμβαση του λαού στις πολιτικές εξελίξεις.
Χρειάζεται μια δέσμη αλλαγών που θα κινείται σε τέσσερεις κατευθύνσεις:
Α. κατοχύρωση της οικονομικής και πολιτικής ανεξαρτησίας της χώρας που υπονομεύεται όχι μόνο από την τρόικα αλλά και από το ίδιο το Σύνταγμα. Η δυνατότητα παραχώρησης εθνικής κυριαρχίας των άρθρων 28 παρ. 2 και 3 πρέπει να καταργηθεί ή να απαιτείται πλειοψηφία 2/3.
Β. ουσιαστική αναβάθμιση της Βουλής ώστε να αποδυναμωθεί η παντοδύναμη εκτελεστική εξουσία, ενίσχυση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της αντιπολίτευσης, αυστηρός περιορισμός των νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων, κατάργηση των ΠΝΠ του άρθρου 44 παρ. 1, επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης όχι από την κυβέρνηση αλλά από ευρύτερο αντιπροσωπευτικό σώμα στο οποίο θα συμμετέχουν εκπρόσωποι των κομμάτων, εκπρόσωποι των ενώσεων των δικαστών και λοιπών νομικών επαγγελμάτων αλλά και των συνδικαλιστικών φορέων των εργαζομένων.
Γ. μεγιστοποίηση του ελέγχου που ασκεί ο λαός στους αντιπροσώπους του και ειδικά στη Βουλή, υιοθέτηση της απλής αναλογικής ως πάγιου εκλογικού συστήματος για κάθε είδους εκλογική διαδικασία, εισαγωγή θεσμών όπως η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, το δημοψήφισμα σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο με πρωτοβουλία των πολιτών, το δικαίωμα των μαζικών φορέων των εργαζομένων να υποβάλλουν προτάσεις νόμων.
Δ. επέκταση των λαϊκών ελευθεριών ώστε να διευρυνθεί το πεδίο της αυτόνομης λαϊκής δράσης και παρέμβασης με την κατάργηση όλων εκείνων των συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων που περιορίζουν τις λαϊκές ελευθερίες και, ιδίως, το δικαίωμα στην απεργία, στις συναθροίσεις, στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, πρώτιστα στους εργασιακούς χώρους.

Εκτός των παραπάνω, απαιτείται ένα σύνολο δημοκρατικών αλλαγών με πιο ριζοσπαστικό χαρακτήρα, οι οποίες ωστόσο προϋποθέτουν ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο λαϊκής αυτοσυνείδησης και ενεργοποίησης. Για το σκοπό αυτό μπορούν να αξιοποιηθούν εμπειρίες και προτάσεις που έχουν αναπτυχθεί στην Ελλάδα και αλλού. Το σχέδιο Συντάγματος του Ρήγα Φεραίου περιλάμβανε πληθώρα πρωτοποριακών διατάξεων. Προέβλεπε, για παράδειγμα, τη λειτουργία τοπικών συνελεύσεων με αρμοδιότητα έκφρασης γνώμης τόσο επί των νομοσχεδίων όσο και επί των ψηφισμένων νόμων αλλά και τη δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων.
Αντίστοιχοι θεσμοί λειτούργησαν στην ελεύθερη Ελλάδα με πρωτοβουλία του ΕΑΜ. Παρόμοιοι θεσμοί συναντώνται στα σημερινά Συντάγματα της Βενεζουέλας και της Βολιβίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης κάποιες προτάσεις της αντιπολίτευσης που κατατέθηκαν στη συζήτηση για την αναθεώρηση το 1975.
Όλα αυτά μπορούν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης και προβληματισμού. Ίσως μάλιστα διανοίξουν ένα δρόμο ώστε η δημοκρατία να πάψει να είναι πλασματική, όπως έγραφε ο Σβώλος, και ο ελληνικός λαός να βρει τον τρόπο να καρπώνεται το προϊόν του μόχθου του.

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Γ. Κατρούγκαλου, Οι ανθρακωρύχοι και το Μετρό


Οι ανθρακωρύχοι και το Μετρό

Σήμερα οι περισσότεροι θυμούνται τη μεγάλη απεργία των Βρετανών ανθρακωρύχων από την ταινία Μπίλλυ Έλιοτ. Και όμως, ήταν ένας από τους σημαντικότερους κοινωνικούς αγώνες του περασμένου αιώνα. Κράτησε το μεγαλύτερο μέρος του 1984 έως το Μάρτη του 1985, και απετέλεσε το βασικό πεδίο μάχης της βαρόνης Θάτσερ εναντίον του ισχυρού, ακόμη τότε, συνδικαλιστικού κινήματος.
 Έφιπποι αστυνομικοί και πληρωμένοι κονδυλοφόροι επιστρατεύτηκαν εναντίον του. Εννιά άνθρωποι πέθαναν κατά την διάρκεια της απεργίας, εκατοντάδες τραυματίστηκαν, 11.291 συνελήφθησαν και 8.392 παραπέμφθηκαν στα δικαστήρια με διάφορες κατηγορίες. Δεν ήταν όμως μόνο, ούτε κυρίως, η αστυνομική βία που έκαμψε τους απεργούς. Ολόκληρο το νομικό οπλοστάσιο και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους κινητοποιήθηκαν εναντίον τους. Για παράδειγμα, η κυβέρνηση Θάτσερ τροποποίησε το άρθρο 6 του Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλειας, ώστε τα παιδιά και οι γυναίκες των ανθρακωρύχων να μην δικαιούνται πλέον, όπως στο παρελθόν, προνοιακά επιδόματα κατά την διάρκεια της απεργίας. Οι οικογένειες πείνασαν και ζούσαν από την αλληλεγγύη άλλων εργαζομένων και την ελεημοσύνη των συγγενών.
Η επικεφαλής του MI5 Στέλλα Ρίμινγκτον,  (που απετέλεσε την πηγή έμπνευσης για την τζεϊμσμποντική «Μ») παραδέχθηκε στην αυτοβιογραφία της το 2001 ότι η μυστική αυτή υπηρεσία παρακολουθούσε με «κοριούς» τα τηλέφωνα των απεργών στο πλαίσιο «υπόγειας επιχείρησης» εναντίον τους. Μαζί με τις μυστικές υπηρεσίες σε διατεταγμένη αποστολή ήταν και μεγάλη μερίδα του Τύπου και όχι μόνο του «κίτρινου». Αίφνης ο ηγέτης των ανθρακωρύχων Άρθουρ Σκάργκιλ κατηγορήθηκε ότι ταξίδεψε στη Λιβύη, για να χρηματοδοτήσει την απεργία. Ο εκδότης της Mirror, Ρόυ Γκρηνσλέιντ παραδέχθηκε πολύ αργότερα ότι οι κατηγορίες αυτές ήταν εντελώς κατασκευασμένες.
Αυτός ο βρώμικος πόλεμος είχε ως αποτέλεσμα οι απεργοί να χάσουν τη συμπαράσταση της κοινής γνώμης, όπως έσπευσε να δείξει σωρεία στρατηγικά επιλεγμένων και τεχνηέντως δημοσιευμένων δημοσκοπήσεων.   Ακόμη και η βρετανική ΓΣΕΕ δεν υποστήριξε τους απεργούς. Και όμως αυτοί, μόνοι, πεινασμένοι και εξαθλιωμένοι άντεξαν όρθιοι σχεδόν έναν χρόνο, με ποσοστά συμμετοχής στην απεργία που μέχρι το τέλος έμειναν πολύ ψηλά.
Η μάχη όμως ήταν άνιση. Τα επόμενα χρόνια μετά τον τερματισμό της απεργίας τα ορυχεία ιδιωτικοποιήθηκαν και στη συνέχεια τα περισσότερα έκλεισαν. Οι γύρω πόλεις έγιναν φαντάσματα και η ανεργία άγγιξε το 50%. Και άλλες βιομηχανίες που βασίζονταν στο κάρβουνο έκλεισαν. (Θυμάστε το Full Monty;) Ακόμη και σήμερα οι περιοχές των ορυχείων είναι οι φτωχότερες στη Μεγάλη Βρετανία και από τις πλέον φτωχές στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όμως το βασικότερο θύμα του ταξικού αυτού πολέμου ήταν το εργατικό δίκαιο και τα κοινωνικά δικαιώματα. Κατακτήσεις δεκαετιών σαρώθηκαν από τη θατσερική αντεπανάσταση. Και αυτό όχι μόνο στο επίπεδο των κοινωνικών παροχών, των μισθών και των όρων εργασίας, αλλά και στο επίπεδο των ατομικών δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, κηρύχθηκε παράνομη οποιαδήποτε πικετοφορία άνω των τεσσάρων ατόμων έξω από τους τόπους δουλειάς, τάχα ως άσκηση ψυχολογικής βίας εκ μέρους του συνδικαλιστικού κινήματος.
Ζούμε σήμερα, ως βαλκανικό κακέκτυπο, μίαν επανάληψη του ίδιου σκηνικού. Η κυβέρνηση συνεχίζοντας τη ψευδεπίγραφη ρητορεία της «μηδενικής ανοχής» στην παρανομία, παραβιάζει ευθέως το Σύνταγμα για να σταματήσει με επίταξη την απεργία. Και όμως αυτή, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του Συντάγματος, μπορεί να επιβληθεί μόνο σε περιπτώσεις «επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία», προϋποθέσεις που ολοφάνερα δεν υφίστανται επί του προκειμένου. Οι απεργοί συκοφαντούνται ως «συντεχνία» και οι δημοσκοπήσεις «αποδεικνύουν» την απομόνωση τους στην κοινή γνώμη. Επιχειρείται να παγιωθούν μηχανισμοί αυτοματισμού που φτάνουν στο επίπεδο του κοινωνικού κανιβαλισμού.
Η βασικότερη επιδίωξη όμως είναι προφανής και όμοια με αυτή της ιστορίας των ανθρακωρύχων: να γίνει η ήττα των εργαζομένων στο Μετρό η ταφόπλακα του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος και των κατακτήσεων του εργατικού δικαίου. Δεν είναι αθώοι, λοιπόν, όσοι τώρα ανακαλύπτουν τα (προφανώς υπαρκτά) πελατειακά αίσχη του δικομματισμού στις προσλήψεις στο Μετρό ή όσοι ξαφνικά διαπιστώνουν ότι οι συνδικαλιστές είναι τυχοδιώκτες και ανερμάτιστοι. Δεν παραγγέλθηκαν εκτός σχεδίου οι κυριακάτικές δημοσκοπήσεις. Ούτε υπερασπίζονται την κοινωνία αυτοί που εκμεταλλεύονται το αίσθημα κόπωσης και ταλαιπωρίας όσων υποφέρουν από τη μνημονιακή λαίλαπα, για να τους στρέψουν εναντίον εκείνων που ακόμη αντιστέκονται.
Κανείς δεν μπορεί να δηλώνει ανυποψίαστος. Ουδέτεροι και αμέτοχοι στον πόλεμο αυτό δεν υπάρχουν. Ο καθένας πρέπει να διαλέξει το στρατόπεδο του.

Δημοσιεύθηκε στην Eλευθεροτυπία, 29/1/2013

G. Katrougalos The Greek Austerity Measures: Violations of Socio-Economic Rights


The Greek Austerity Measures: Violations of Socio-Economic Rights

Published to the Blog of the International Journal of Constitutional Law and ConstitutionMaking.org, 29-2-2013

Recently, the European Committee of Social Rights (the supervisory body of the European Social Charter) delivered two decisions on collective complaints, condemning Greece for violation of articles 10 and 12 of the Charter because of its austerity legislation enacted in 2010. (The Committee has also declared admissible many other complaints attacking other parts of the austerity program of the country: Complaints Nos.76/2012, 77/2012), 78/2012, 79/2012 and 80/2012.)
Moreover, in this year’s November session, the ILO Committee on Freedom of Association  (the supervisory body of the International Labor Organization) examined similar complaints submitted by trade unions and called on Greece to bring its labor relations system back to fundamental rights, as protected by the ILO Conventions (see paragraphs 950-1002 of the 365th Report of the Committee on Freedom of Association).

In the cases of Greece, Portugal, Ireland and, most recently Cyprus, the austerity programs took the form of an informal agreement (not an international treaty) between them and the IMF and the EU, in the form of a “Memoranda of Economic and Financial Policies.” The latter provide for conditionality policy guidelines that these countries must follow in order to receive additional loans from the IMF and the EU.  Their implementation is supervised by an informal body of representatives of the European Commission, the IMF and the European Central Bank (the so-called ‘Troika’). Each time the Troika reports that the assisted Member has achieved a “milestone” of the Memoranda and met the preset objectives, it gets the pre-decided tranche of the loan.
In Greece, the receipt of the Memoranda didn’t address either the national or the more general causes of the crisis. Besides some self-evident technical reforms against tax evasion, they have just repeated the same general dictates of the neoliberal orthodoxy. In essence, the recipe called for horizontal reduction of all public expenses, primarily of social expenditures. It also called for a thorough deregulation of labour law legislation, and a massive transfer of wealth from the public to the private sector through privatizations of public enterprises. These privatizations are to take place regardless of the strategic nature of public enterprises or their financial utility for the budget.
Within this framework, the ‘Memoranda’ could be seen as just one more episode of the prevailing ‘Sado-Monetarism’[i] of the EU economic orthodoxy,[ii] or as a part of the more general neoliberal Washington consensus imposed by the IMF so far in many countries of the Third World. However, the agenda cannot be legally implemented within the existing constitutional boundaries of a developed democracy. The Memoranda imply that the ‘troika’ has decision power for defining and implementing economic, financial and social policies, which are innately contrary to the fundamental principle of a social state. Hence, this transfer of sovereignty does not merely put the Greek government and parliament under a direct political control of their debtors, but gravely violates the constitutional order.
The “Memoranda” are programmatic guidelines of a political rather than legal character. In order to be implemented, they require at the international level a treaty between Greece and its lenders (IMF and the States of the Eurozone) and at the domestic level executive legislation. Two such international loan treaties have been signed, one in 2010 and one in 2012. Both are problematic on procedural and substantive grounds. None has been ratified by the parliament, contrary to the explicit provision of article 36, paragraph 2 of the Greek Constitution. Both treaties contained such exorbitant clauses regarding national sovereignty that it would be impossible for an important number of MPs to vote for them.
The treaties also include an explicit and irrevocable waiver of immunity of the Greek State, which, according to the Legal Opinion attached therein, expands also to issues of “national sovereignty.” This goes much further than the generally accepted waivers of immunity from execution known in international law.
More importantly, the austerity measures violate several structural constitutional principles (such as the principles of equality of public burdens and of a social state of law – article 4, paragraph 5 and article 25, paragraph 1 of the Greek Constitution) and fundamental social rights (articles 21, 22 and 23 of the Constitution). They also violate essential guarantees of the EU Charter of Fundamental Rights and International Labour Law. For instance, a number of bills have imposed important reductions of salaries not only of civil servants or of staff employed in public sector under private law but also of private employees, encroaching on the collective agreements in force. This is a clear violation of collective autonomy, which is guaranteed by Article 22, paragraph 2 of the Greek Constitution[iii] and a number of international treaties, for example Article 8 of International Labor Convention no 151 of 1978 and Article 6 of the European Social Charter.[iv]
As Nobel laureate Amartya Sen recently remarked in the New York Times: “Such indiscriminate cutting slashes demand — a counterproductive strategy, given huge unemployment and idle productive enterprises that have been decimated by the lack of market demand.”
However, Greece does not have a constitutional court, and the ordinary courts have to date generally upheld the respective laws as constitutional, accepting that the measures are justified by the state of necessity faced by the Greek economy. However, recently the Supreme Court of Audit (Cour des Comptes) has unanimously declared unconstitutional the last wave of pension reductions and the Court of Cassation did the same with respect to cuts in judges salaries.
This deferential stance of the Greek courts so far starkly contrasts with the decisions by constitutional courts in other countries issued after judicial scrutiny of austerity measures imposed by the International Monetary Fund (IMF). In the previous decade, when the IMF was active in South America, there were several decisions invalidating legislation restricting social security rights. For instance, in Colombia the Constitutional Court annulled a statutory provision that increased the age of retirement from 60 to 62.[v] In Argentina, the Constitutional Court has invalidated a pension cutback of 13 percent.[vi] More recently, the Constitutional Courts of Latvia[vii] and Romania[viii] issued similar, well-founded decision invalidating pension cuts. The Constitutional Court of Latvia has explicitly reaffirmed, as in some of its previous judgments[ix], that “the State itself is responsible for the system of social and economic protection (types and amounts of allowances) and its maintenance. This system is dependent on the economic situation in the State and the available resources.” However, “even if the State reduces the pension disbursement amounts for a period of time in a situation of rapid economic recession, there is still a definite body of fundamental rights that the State is not entitled to derogate from.”[x] Romania’s Constitutional Court ruled along similar lines, based on its interpretation of article 47 par. 2 of the Constitution, protecting the right to social security. The Court found that “the state has a positive obligation to take all measures necessary to achieve that objective and to refrain from any conduct likely to encroach the right to social security”.
It is noteworthy that the European Commission tacitly recognized in its last Review of the Program the unconstitutionality of the last austerity measures, stating that“important budgetary measures are likely to be challenged in courts, which could lead to the need to fill a fiscal gap emerging as a consequence.”[xi] Oddly, the Commission is not preoccupied by the illegality of the measures, but instead mentions it just as a compelling factor for introducing a new wave of them.
Up until this point, the most disruptive impact of the Memoranda has been at the level of labour law. After all, the deregulation of the latter is one of the structural reforms that the IMF intends to impose on all countries it ‘assists’. The reform (a genuine counter-revolution) comprised a complete annulation or premature termination of all collective labour agreements. Even the national collective agreement has been unilaterally modified, so as to reduce the minimum legal salary. Moreover, the abrogation of the law permitting trade unions to ask for an arbitration award if the employers refused to negotiate wages, in association with the statutory imposed termination of the collective agreements, means practically the end of all collective agreements in the immediate future.
Even with regard to the reform of the public sector, the Memoranda failed to be the ‘handmaiden of change’, as hoped by its proponents. It has imposed a sharp reduction of personnel, which has simply deteriorated the structural problems within the Greek administration. The public agencies that have been terminated by the new legislation were those most needed, such as the Organization of Social Housing and the Public Institute of Geology and Mineral Exploration (IGME), but of which are vital for future investments and the exploitation of physical resources. The gaps in a skewed public administration were accentuated rather than diminished.


[i] M. Perelman,  ‘Sado-Monetarism: The Role of the Federal Reserve System in Keeping Wages Low’. Monthly Review,  63, 2012, at 11.
[ii] “Eurodaemmerung” for P. Krugman. (End this depression now,  Norton, New York, 2012, p. 166 fwd.)
[iii] Article 8 of International Labour Convention no 151 of 1978 states that “[t]he settlement of disputes arising in connection with the determination of terms and conditions of employment shall be sought […] through negotiation between the parties or through independent and impartial machinery”. According to article 5 of the International Labour Convention no 154 of 1981, “[m]easures adapted to national conditions shall be taken to promote collective bargaining”. For its part, the Council of Europe’s European Social Charter of 1961 (revised in 1996) refers to the right to bargain collectively (article 6) and to the right to social security (article 12). The drastic reduction of salaries and pensions (in some cases by more than 35%) are also contrary to the protection of property by article 1 of Protocol of the ECHR. In fact, the concept of property may, in accordance with the relevant ECHR jurisprudence, encompass salaries and social security benefits. Cf. Hellenic Council of State (ΣτΕ), Decision 632/1978.
[iv] See ECHR, Stec and Others v. United Kingdom (decision as to the admissibility)[GC], nos. 65731/01 and 65900/01, παρ.51, ECHR 2005-X. In general, the Court in Strasbourg has found that an agreement with the IMF can not deny protection under the ECHR. See Capital Bank AD v.Bulgaria, no.49429/99, παρ.110-111, ECHR 2005-XII, 24.11.2005.
[v] Decision C-754/04. See S. Clavijo Social Security Reforms in Colombia: Striking Demographic and Fiscal Balances, International Monetary Fund Paper,WP/09/58 2009.
[vi] Decision of 22 August 2003, see IMF, Lessons from the Crisis in Argentina, Prepared by the Policy Development and Review Department In consultation with the other Departments, approved by Timothy Geithner October 8, 2003.
[vii] Decision of 21 December 2009 in the case No. 2009-43-01.
[viii] Decisions no. 872-873 of June 25, 2010, Official Gazette no.433 of June 25, 2010.
[ix] See Paragraph 1 of the Concluding Part of the Constitutional Court Judgment in the Case No. 2001-11-0106 passed on 25 February 2002 and Paragraph 9 of the Judgment in the Case No. 2005-19-01 passed on 22 December 2005
[x] The Court is making reference to the ECtHR Judgment in Case Kjartan Ásmundsson v. Iceland, Application no. 60669/00, passed on 30 March 2005, para. 39.
[xi] EUROPEAN COMMISSION DIRECTORATE GENERAL ECONOMIC AND FINANCIAL AFFAIRS ,  The Second Economic Adjustment Programme for Greece – First Review  November 2012

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Γιώργου Κατρούγκαλου,, Η διαδικασία παραπομπής υπουργών κατά το Σύνταγμα



Γιώργου Κατρούγκαλου, Η «κάλπ(η)ικη λίρα» του παλαιοκομματισμού

Εφημερίδα Συντακτών 18-1-2013

Το πολιτικό προσωπικό της χώρας, τουλάχιστον αυτό που συμμετέχει στην κυβερνητική πλειοψηφία, φαίνεται να έχει χάσει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Προχωρά σε σπασμωδικές ενέργειες, τεράστιου πολιτικού κόστους, που δεν αντέχουν στον έλεγχο της κοινής λογικής. Μετά την προκλητική αφαίρεση της πρόβλεψης για φόρο πολυτελείας επί των μεγάλων σκαφών, σε ένα άδικο νομοσχέδιο όπου η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής σημείωσε πολλές αντισυνταγματικότητες,  ακολούθησε η κωμωδία των χειρισμών της λίστας Λαγκάρντ.
Τίποτα δεν προμήνυε τα κωμικοτραγικά του τριημέρου. Το άρθρο 86 του Συντάγματος, που ορίζει τα σχετικά με την ευθύνη των υπουργών, είναι μία άθλια διάταξη από πολλές απόψεις, αλλά στο συγκεκριμένο ζήτημα απαιτεί σαφώς και ολοκάθαρα δύο μόνο πράγματα: μυστικότητα της ψηφοφορίας και αναζήτηση συγκεκριμένης, εξατομικευμένης ποινικής ευθύνης των εμπλεκομένων.  Είχε εφαρμοστεί επανειλημμένα, εντελώς πρόσφατα στην υπόθεση του Βατοπεδίου, με την απλή και προφανή λύση να στηθούν τόσες κάλπες όσα και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Από τη στιγμή που η πλειοψηφία –με την εντελώς ολοφάνερη πρόθεση να προλάβει τυχόν διαρροές- αποφάσισε να αποκλίνει από την πάγια αυτή πρακτική, άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου.
Η αρχική πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας στην Διάσκεψη των Προέδρων, περί τριών καλπών, όπου η ψηφοφορία θα γινόταν ανά κομματική πρόταση, συλλήβδην για όλα τα πρόσωπα, ήταν ολοφάνερα αντισυνταγματική, γιατί δεν εξασφάλιζε την εξατομίκευση της ποινικής ευθύνης: Για παράδειγμα, στην τρίτη κάλπη, όπου, κατά την πρόταση αυτή θα γινόταν η ψηφοφορία επί της πρότασης των Ανεξάρτητων Ελλήνων, όποιος βουλευτής θεωρούσε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο κ. Γ. Παπανδρέου θα έπρεπε αναγκαστικά να παραπέμψει και τον κ. Λ. Παπαδήμο! Χρειάζεται να πούμε ότι μόνον η πολιτική ευθύνη μπορεί να είναι (και) συλλογική, ενώ η ποινική είναι πάντα ατομική;
Ενώπιον του πρόδηλου τερατουργήματος, η πρόταση άλλαξε και τα τρία κόμματα πρότειναν να διεξαχθούν τρεις ψηφοφορίες, όσες και οι προτάσεις των κομμάτων, με ξεχωριστές κάλπες ανά πρόσωπο, θέση που οδηγούσε σε ψηφοφορία σε επτά διαφορετικές κάλπες. Η πρόταση αυτή κάλυπτε την ανάγκη εξατομίκευσης της ευθύνης, αλλά αφενός επιβάρυνε αδικαιολόγητα την διαδικασία, αφετέρου την κομματικοποιούσε αδικαιολόγητα:  αυτό που ενδιαφέρει είναι εάν πρέπει να διερευνηθούν οι ευθύνες του Α υπουργού για το Β αδίκημα, γιατί πρέπει να ξέρουμε ποιος το προτείνει; (Υπενθυμίζω ότι σε αυτή τη φάση δεν πρόκειται για άσκηση ποινικής δίωξης, που απαιτεί συγκεκριμένο κατηγορητήριο, άρα και αυτοτελές σκεπτικό, αλλά απλώς δίδεται η δυνατότητα για την διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών).
Αλλού όμως κρυβόταν η αντισυνταγματικότητα της πρότασης: από τις σκόπιμες διαρροές που ακολούθησαν φαίνεται ότι υπέκρυπτε την εξής σκηνοθεσία: οι βουλευτές της συγκυβέρνησης θα ψήφιζαν στην πρώτη κάλπη, αυτή της κοινής πρότασης τους για την παραπομπή του κ. Παπακωνσταντίνου, και μετά θα αποχωρούσαν! «Δεν μπορεί να υπάρξει υποχρεωτικότητα της ψήφου. Ο κάθε συνάδελφος έχει προσωπική ευθύνη» δήλωνε σχετικά ο κ. Γ. Μεϊμαράκης. Κάτι τέτοιο, όμως, συνιστά κατάφωρη παραβίαση της μυστικότητας της ψηφοφορίας, εφόσον οι βουλευτές που θα αποχωρούσαν, μετά την πρώτη ψηφοφορία, θα ήταν το ίδιο σαν να ψήφιζαν –φανερά!- αρνητικά για όλες τις υπόλοιπες, οι οποίες στην πραγματικότητα είναι επιμέρους στάδια μιας ενιαίας διαδικασίας. Και ναι μεν είναι δικαίωμα κάθε βουλευτή να απέχει από μία ψηφοφορία, αλλά όχι να απέχει επιλεκτικά από αυτή.
Τελικά, μετά την κατακραυγή και τον περίγελο, τα τρία κόμματα κατέληξαν σε αυτό που γινόταν πάντα, σε μία ψηφοφορία με τέσσερις κάλπες, μία ανά πρόσωπο και με τέσσερα ψηφοδέλτια, που θα αναφέρουν τα πρόσωπα και τα αδικήματα για τα οποία προτείνεται η παραπομπή τους. Μένει να δούμε εάν συνετίστηκαν και ως προς το ενδεχόμενο καταστρατήγησης της μυστικότητας της ψηφοφορίας, με το τέχνασμα της διακεκομμένης ψηφοφορίας.
Το πρόβλημα είναι ότι οι συμπεριφορές αυτές δεν πλήττουν μόνο τη σοβαρότητα των δραστών τους. Υπονομεύουν την αξιοπιστία γενικότερα του πολιτικού κόσμου.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Γ. Κατρούγκαλου, Η ανομία, η παρανομία και η υποκρισία


Η ανομία, η παρανομία και η υποκρισία
Ελευθεροτυπία, 15-1-2013

«Και οι πολίται, βεβαίως, δικαιούνται εις παθητικήν αντίστασιν έναντι των αντισυνταγματικών και παρανόμων πράξεων των κρατικών οργάνων, ως είναι αι αυτοβούλως εκδιδόμεναι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου του Υπουργικού Συμβουλίου».

Αρ. Μάνεσης, Πράξεις Υπουργικού Συμβουλίου Νομοθετικού Περιεχομένου, 1955.

Η κυβέρνηση ακολουθεί το τελευταίο διάστημα μια ψευδεπίγραφη στρατηγική «νόμου και τάξης» με συμβολικές κινήσεις κατά της «ανομίας», όπως η επέμβαση στη «Βίλλα Αμαλία». Οι κινήσεις αυτές δεν αποτελούν απλώς προσπάθεια αποπροσανατολισμού της κοινωνίας από τα υπαρξιακά, πλέον, προβλήματα που θέτει ενώπιον της η δραματική επιδείνωση της κρίσης. Ούτε συνιστούν μόνο αντιπερισπασμό, ώστε να συσκοτιστεί η αδυναμία του παλαιοκομματισμού να αυτοκαθαρθεί, μέσω της διερεύνησης ποινικών και πολιτικών ευθυνών του σκανδάλου της λίστας Λαγκάρντ.
Προφανώς, ισχύουν και τα δύο παραπάνω. Η ένταση του αυταρχισμού, όμως αποτελεί πάνω από όλα στρατηγική επιλογή της Νέα Δημοκρατίας. Μέσω αυτής  επιχειρεί αφενός να περιχαρακώσει το χώρο της έναντι της ανερχόμενης επιρροής της Χρυσής Αυγής και αφετέρου να προετοιμάσει το έδαφος για την δυναμική αντιμετώπιση τυχόν αναζωπύρωσης των κοινωνικών αγώνων ανατροπής των μνημονιακών πολιτικών.
Πού το μεμπτό, θα έλεγε κανείς; Όλα τα συντηρητικά κόμματα θα αναγνώριζαν τον εαυτό τους σε παρόμοιες επιλογές. Το βασικό πρόβλημα των πολιτικών αυτών, όμως, είναι ότι στηρίζονται στην υποκρισία. Το χέρι του νόμου έφτασε στη Βίλλα Αμαλία, όχι όμως λίγο παρακάτω, στους παράνομους οίκους ανοχής της οδού Φυλής, ούτε στα δίκτυα πώλησης ναρκωτικών των παράπλευρων δρόμων. Σε άλλο επίπεδο, κατεστραμμένοι έμποροι που δεν απέδωσαν ΦΠΑ, οδηγούνται στις φυλακές, μαζί με λίγες συμβολικές «διασημότητες» των τηλεπαραραθύρων. Κανείς όμως δεν έχει αγγίξει μέχρι σήμερα τον πυρήνα των ισχυρών οικονομικών ελίτ, οι οποίες μαζί με τα συστημικά ΜΜΕ και τον παλαιοκομματισμό συνεχίζουν να κυβερνούν, όπως πριν,  τη χώρα.
Η «μηδενική ανοχή» δεν αφορά τους φοροφυγάδες της λίστας Λαγκάρντ και των άλλων λιστών που λιμνάζουν στα χέρια των διωκτικών αρχών. Η διαπλοκή συνεχίζει να τους προστατεύει. Για αυτό το λόγο πρέπει να κατασκευαστούν φαντάσματα και ανεμόμυλοι για τις επιθέσεις του οργουελικού Υπουργού Προστασίας του Πολίτη. Η κατάληψη της «Βίλλας Αμαλίας» εμφανίζεται ως το αποκορύφωμα της ανομίας, ενώ δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από παρόμοια κοινωνικά πειράματα που άνθησαν (αν και συχνά έσβησαν) σε όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Από το 1971 μέχρι σήμερα, για παράδειγμα, στην Χριστιάνια της Κοπεγχάγης μια ολόκληρη γειτονιά, πρώην στρατιωτική βάση, αποτελεί μια τεράστια «Βίλλα Αμαλία», με το δικό της νόμισμα και τις δικές της αυτοδιαχειριζόμενες «υπηρεσίες». Η δανέζικη αστυνομία την αφήνει στην ησυχία της όχι γιατί δεν μπορεί να την διαλύσει, αλλά γιατί δεν υπάρχει λόγος για αυτό. Το πολιτικοκοινωνικό σύστημα δεν κινδυνεύει από παρόμοιες νησίδες αντικουλτούρας και ο νομικός μας πολιτισμός ανέχεται την διαφορετικότητα.
Η χειρότερη υποκρισία όμως έγκειται στο γεγονός ότι οι υποτιθέμενοι πολέμιοι της ανομίας είναι πλήρως υπεύθυνοι για τη μεγαλύτερη παρανομία σε μια συντεταγμένη πολιτεία, τη συστηματική καταστρατήγηση του Συντάγματος. Τα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα έχουν καταρρακωθεί. Η Βουλή νομοθετεί καθ’υπαγόρευση της Τρόικας, ακόμη και για λεπτομέρειες, όπως, π.χ., εάν οι δόσεις αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών θα είναι εξήντα ή σαρανταοκτώ. Και αυτό συμβαίνει τις σπάνιες φορές που νομοθετεί, γιατί οι βασικές ρυθμίσεις θεσπίζονται πλέον ερήμην της, με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, που έχουν καταστεί ο βασικός τρόπος νομοθέτησης, για να μην υπάρχει ούτε ο στοιχειώδης δημόσιος διάλογος.
Με τη «λαθραία» αυτή διαδικασία των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου (για να δανειστώ την έκφραση του Αρ. Μάνεση) εγκρίθηκε ως σχέδιο και η τρίτη κατά σειρά δανειακή σύμβαση, η οποία ενσωματώνει και αυτή την διαβόητη ρήτρα παραίτησης από τις ασυλίες της εθνικής κυριαρχίας για όλη τη δημόσια περιουσία. Καμιά από τις τρεις αυτές δανειακές συμβάσεις (του πρώτου, δεύτερου και τρίτου μνημονίου) δεν κυρώθηκε σύμφωνα με το Σύνταγμα. Η πρώτη κατατέθηκε προς κύρωση, αλλά μετά αποσύρθηκε, η δεύτερη και η τρίτη ψηφίστηκαν ως σχέδιο, δεν ήρθαν όμως ποτέ υπογραμμένες για κύρωση στη Βουλή, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος.
Ο Αρ. Μάνεσης μας θυμίζει την υποχρέωση κάθε πολίτη απέναντι στην παρανομία των κρατικών οργάνων: Αντίσταση! 

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Συνέντευξη Γιώργου Κατρούγκαλου στην Εφημερίδα "Εποχή"



Η λίστα Λαγκάρντ και οι ποινικές ευθύνες ή όχι του Γ. Παπακωνσταντίνου είναι το θέμα της περασμένης εβδομάδας. Πόσο ουσιώδες είναι;
Το ουσιώδες ζήτημα δεν είναι κυρίως η έκβαση της ποινικής αντιδικίας γύρω από τη λίστα Λαγκάρντ, αλλά η πλήρης διαλεύκανση της διαπλοκής οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, τόσο στην ποινική όσο και την πολιτική της διάσταση. Μάλιστα, ο σχετικός θόρυβος υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να λειτουργήσει αποπροσανατολιστικά από τα ουσιώδη προβλήματα της περιόδου, την όξυνση της κρίσης και την ανεργία. Άλλωστε, τα υπό κρίση αδικήματα είναι πλημμεληματικής μορφής ενώ την τελευταία τριετία έχουν γίνει σημεία και τέρατα στην Ελλάδα και σε σχέση με την παραβίαση του Συντάγματος και σε σχέση με την ποινική ευθύνη που απορρέει από άλλες, σοβαρότερες παράνομες πράξεις. Αυτό δεν σημαίνει, ότι πρέπει να συγκαλυφθούν οι πραγματικές ευθύνες που υπάρχουν, αλλά ότι δεν πρέπει να επιτραπεί υτή η υπόθεση να συσκοτίσει όλα τα υπόλοιπα.
Το αδίκημα έχει παραγραφεί;
Κατά τη γνώμη μου δεν έχει παραγραφεί, δεν έχει εκπνεύσει η σχετική αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της ποινικής δίωξης. Το Σύνταγμα προβλέπει ότι θα πρέπει να ασκηθεί αυτή το αργότερο στη δεύτερη σύνοδο της επόμενης βουλευτικής περιόδου, δηλαδή τον δεύτερο χρόνο της επόμενης Βουλής από αυτή κατά την οποία φέρεται ότι έχουν τελεσθεί τα αδικήματα. Θέλει, επομένως, το Σύνταγμα να υπάρχουν τουλάχιστον δύο χρόνια ζωής της βουλής για να μπορέσει να ασκηθεί η ποινική δίωξη. Η Βουλή που προέκυψε το Μάιο είχε μόνο μια σύνοδο και αυτή κολοβή, δύο ημερών. Εφόσον δεν υπήρξαν δύο σύνοδοι σε αυτή τη βουλευτική περίοδο, η άποψή μου είναι ότι δεν έχει συντελεστεί η εκπνοή της αποσβεστικής προθεσμίας, άρα δεν έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο.
Έχει ανοίξει μεγάλη συζήτηση για το αν ο Γ. Παπακωνσταντίνου πρέπει να είναι ο μόνος εναντίον του οποίου θα ασκηθεί η δίωξη. Ποια η γνώμη σας;
Πιστεύω ότι στο κάδρο δεν θα πρέπει να μπει μόνο ο υπουργός που διαχειρίστηκε αρχικά τη λίστα αλλά και οι μεταγενέστεροι υπουργοί οικονομικών, γιατί ουσιαστικά αυτή η λίστα ήταν άφαντη για διάστημα δύο χρόνων. Ενδεχομένως, ο μόνος ο οποίος δεν έχει ευθύνη για το χειρισμό της είναι ο Γ. Στουρνάρας, στον οποίο δεν μπορεί να καταλογιστεί αδράνεια. Όλοι οι προηγούμενοι έχουν οπωσδήποτε σαφέστατη πολιτική ευθύνη. Η  αδράνεια, όμως, παρακολούθησης της πορείας της λίστας δημιουργεί και ζητήματα ενδεχόμενης ποινικής ευθύνης που πρέπει να διερευνηθούν. Σε αυτή τη φάση, άλλωστε, που είμαστε τώρα η Βουλή δεν θα ασκήσει ποινική δίωξη. Συστήνει μια επιτροπή, ώστε στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης να διαλευκανθεί το τι συμβαίνει. Και αυτό είναι απαραίτητο διότι το σύνταγμα προβλέπει ότι ούτε καν προκαταρκτική εξέταση δεν μπορεί να διεξαχθεί σε βάρος υπουργού χωρίς την άδεια της βουλής. Άρα, αν θέλουμε να γνωρίζουμε εάν υπήρξαν και σχετικές ποινικές ευθύνες (όπως, για παράδειγμα, σκόπιμη συγκάλυψη που συνιστά παράβαση καθήκοντος) θα πρέπει να γίνει προανακριτική εξέταση με ευρεία εντολή.
Ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει ζήτημα δίωξης –εκτός του πρώην υπουργού Οικονομικών Ευ. Βενιζέλου- και του Γ. Παπανδρέου, ως πρωθυπουργού και άρα συνυπεύθυνου…
Από όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα δεν υφίσταται άμεση εμπλοκή του πρώην πρωθυπουργού στο χειρισμό της λίστας. Η πολιτική ευθύνη είναι δεδομένη, όμως δεν φαίνεται στη φάση αυτή να προκύπτουν στοιχεία ποινικής υφής. Εάν προκύψουν παρόμοια στοιχεία, μπορεί η ποινική δίωξη να ασκηθεί αργότερα.
Αν τελικά η απόφαση είναι ότι έχει παραγραφεί το αδίκημα. Τότε τι μπορεί να γίνει στο πλαίσιο της ποινικής δικαιοσύνης;
Υπάρχει μια άποψη ότι αν παραγραφεί το αδίκημα της νόθευσης εγγράφου, αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί από την κοινή ποινική δικαιοσύνη, διότι μόνο τα αδικήματα που σχετίζονται άμεσα με την άσκηση του υπουργικού αξιώματος έχουν την ειδική μεταχείριση του άρθρου 86 του συντάγματος. Αν για παράδειγμα ο υπουργός Οικονομικών, στο πλαίσιο της ομιλίας του στη Βουλή για το προϋπολογισμό, συκοφαντήσει έναν βουλευτή αυτή η πράξη, παρότι συνδέεται χρονικά με την άσκηση των καθηκόντων, δεν συνδέεται οργανικά. Αυτή, λοιπόν, η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης θα δικαστεί από τα κοινά ποινικά δικαστήρια, χωρίς να απαιτείται η άδεια της Βουλής.
Απ’ ότι αντιλαμβάνομαι η κατηγορία της παράβασης καθήκοντος απαιτεί την έγκριση της βουλής, ενώ άλλες κατηγορίες όπως η πλαστογραφία όχι.
Tο κρίσιμο νομικά θέμα είναι εάν το αδίκημα συνδέεται στενά με την άσκηση των καθηκόντων του υπουργού. Κατά τη γνώμη μου, η νόθευση εγγράφου, έτσι όπως φέρεται ότι έγινε, συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων του εμπλεκόμενου υπουργού, από την άποψη ότι η λίστα Λαγκάρντ ήταν ένα δημόσιο έγγραφο, το οποίο στο πλαίσιο των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων του επί του ΣΔΟΕ, ήταν αρμόδιος να παρακολουθεί. Επομένως, πιστεύω ότι δεν πρόκειται να φτάσει στην ποινική τακτική δικαιοσύνη ούτε η υπόθεση της νόθευσης εγγράφου γιατί εμπίπτει στην ειδική δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 86.
Πάντως, ότι και να συμβεί το σίγουρο είναι ότι η συζήτηση για τη λίστα Λαγκάρντ άλλαξε την ημερήσια διάταξη, όπως είπατε και στην αρχή…
Όλη αυτή η συζήτηση συνεχίζει την υπονόμευση της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος. Όμως, μπορεί να αποτελέσει έναν θετικό παράγοντα γιατί δείχνει τα όρια και τη σήψη του παλιού και την ανάγκη να υπάρχει κάτι ριζοσπαστικά καινούριο. 
Η επίκληση της δικαιοσύνης από κυβερνητικά στελέχη είναι αντιφατική σε σχέση με τη στάση της κυβέρνησης απέναντι σε αποφάσεις δικαστηρίου, σε ζητήματα όπως το χαράτσι ή η διαθεσιμότητα.
Έχουμε μια γενική περιφρόνηση της τυπικής νομιμότητας. Έχουμε ξανασυζητήσει, για παράδειγμα, το γεγονός ότι και οι τρεις δανειακές συμβάσεις δεν ήρθαν ποτέ στη Βουλή. Αυτό αποτελεί μια ακόμη πλευρά του κενού πολιτικής νομιμοποίησης του συστήματος, που υπονομεύει περαιτέρω τα όρια αντοχής του πολιτικού συστήματος.
Έχει περιθώρια αντοχής;
Η άποψή μου είναι πως όχι. Από την άλλη μεριά, δεν  μπορώ να αποκλείσω αυτό να μην ανατραπεί, αλλά απλώς να καταρρεύσει από σήψη. Αυτό δεν είναι αισιόδοξη προοπτική γιατί το κενό πολιτικής που προκύπτει σε παρόμοιες περιπτώσεις συνήθως το καλύπτουν υποκατάστατα ακροδεξιάς προέλευσης. Η βασική ελπίδα είναι η συνειδητοποίηση και η άνοδος του μαζικού κοινωνικού κινήματος να οδηγήσει σε μια ρεαλιστική, βιώσιμη και ριζοσπαστική εναλλακτική λύση.
Έχετε δηλώσει ότι καλό θα ήταν η επόμενη Βουλή να είναι συντακτική και όχι αναθεωρητική. Ειδικά αυτή την περίοδο που αλλάζουν οι νόμοι εις βάρος του λαού, θα ήταν συμφέρουσα μια συντακτική βουλή από την οποία ενδεχομένως θα προέκυπτε ένα Σύνταγμα ακόμα πιο συντηρητικό και αντιλαϊκό;
Αυτό είναι πολύ πιθανό, ιδίως εάν ξεκινήσει η διαδικασία της αναθεώρησης από την παρούσα πλειοψηφία της Βουλής, η οποία δεν μπορεί να δώσει τίποτα θετικό. Γι’ αυτό κάνω λόγο για συντακτική βουλή, ώστε τον πρώτο λόγο να τον έχει ο λαός.


ΕΝΘΕΤΟ

Η αλλαγή του εκλογικού νόμου είναι και πάλι στην επικαιρότητα, με τη ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ να προτείνουν την εφαρμογή απλής αναλογικής, ένα πάγιο αίτημα της αριστεράς. Ποια η γνώμη σας;
Από θέση αρχής είμαι υπέρ της απλής, άδολης, ανόθευτης απλής αναλογικής. Ενδεχομένως αυτοί που την προτείνουν σήμερα να έχουν ως δεύτερη σκέψη να ανακόψουν την εκλογική δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ, αποκόπτοντάς τον ταυτόχρονα από ενδεχόμενες συμμαχίες. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η πάγια θέση της αριστεράς για απλή αναλογική πρέπει να εγκαταλειφθεί.
Στο τραπέζι έχουν πέσει και άλλες ιδέες όπως η μετατροπή όλων των εδρών σε μονοεδρικές ή το μπόνους των εδρών να πηγαίνει και στα ενδεχόμενα συμμαχικά κυβερνητικά σχήματα.
Για να τοποθετηθεί κανείς σε αυτά θα πρέπει να δει το σχέδιο νόμου. Κατ’ αρχάς οι μονοεδρικές περιφέρειες με βρίσκουν προσωπικά αντίθετο γιατί ιστορικά έχουν δείξει, στις αγγλοσαξονικές ιδίως χώρες που κυρίως εφαρμόζονται, μια τάση περιθωριοποίησης των μικρότερων πολιτικών σχηματισμών. Δεν είμαι, ωστόσο, βέβαιος ότι το πολιτικό σύστημα θέλει να δοκιμάσει την τύχη του με ένα τέτοιο εκλογικό σύστημα, γιατί θα ευνοηθεί ένας διπολισμός που στη μια του μεριά έχει μια εκδοχή, δυνάμει τουλάχιστον, ριζοσπαστικής αριστεράς. Σε σχέση με το άλλο σενάριο, το να δίνεται το μπόνους σ’ ένα συνασπισμό κομμάτων, που έχει ανακοινωθεί προεκλογικά, δεν έχει πρόβλημα συνταγματικής τάξης. Το να δίνεται, όμως, με βάση την εκ των υστέρων απόφαση ορισμένων κομμάτων να συνεργαστούν, είναι σαφέστατα αντισυνταγματικό γιατί αποσυνδέει την κατανομή των εδρών από την ψήφο που έχει δοθεί στις εκλογές. Πρόκειται για καθαρή αλλοίωση του εκλογικού αποτελέσματος.


Εποχή, 5-6/1/2013

Αναζήτηση στο ιστολόγιο